Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Όραμα της μέλλουσας κρίσης, του αγίου Νήφωνα Επισκόπου Κωνσταντιανής

Λίγα οράματα έχουν καταγραφεί με τόση σαφήνεια για τη μέλλουσα κρίση. Το όραμα αυτό που έδωσε ο Θεός στον άγιο, (που είναι ένα "ζουμ" του σχετικού σημείου της Αποκάλυψης), έχει αγαπηθεί από τους Χριστιανούς, όσο λίγες Θείες αποκαλύψεις. Και με χαρά το παρουσιάζουμε στην ιστοσελίδα μας, γνωρίζοντας ότι θα οδηγήσει τους δικαίους σε περισσότερο αγώνα και μετάνοια, και τους ασεβείς σε μεγαλύτερη κατάκριση και αφορμή απιστίας. Γιατί τα αληθή νοήματα των οράσεων και των συμβολισμών, δίνονται από τον Κύριο, μόνο σε όσους με αγαθή προαίρεση, είναι πρόθυμοι να αγνισθούν για τον ουράνιο νυμφώνα.

Μια βραδιά, αφού τελείωσε την καθιερωμένη νυχτερινή του προσευχή, ξάπλωσε να κοιμηθεί πάνω στις πέτρες του, όπως πάντα. Ήταν μεσάνυχτα και αγρυπνούσε ακόμη κοιτάζοντας το φεγγάρι και τα αστέρια στον ουρανό.

Μόνος καθώς ήταν, αναλογίσθηκε τις αμαρτίες του και θρηνούσε γοερά, γιατί έφερνε στον νου του τη φοβερά ώρα της Κρίσεως. Έξαφνα βλέπει να αποτραβιέται το στερέωμα του ουρανού σαν σεντόνι. Και να παρουσιάζεται ο Κύριος Ιησούς Χριστός σε πελώριες διαστάσεις. Στεκόταν στους αιθέρες περικυκλωμένος απ’ όλες τις ουράνιες στρατιές: άγγελοι, αρχάγγελοι, τάγματα φοβερά και εξαίσια, παραταγμένα με κάθε συστολή.

Ο Κύριος ένευσε στον στρατηγό του ενός τάγματος και εκείνος πλησίασε λαμπρός, φοβερός, μα και συνεσταλμένος:

«Μιχαήλ, Μιχαήλ, άρχοντα της διαθήκης, παράλαβε με το τάγμα σου τον πυρίμορφο θρόνο της δόξης μου και πήγαινε στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ. Εκεί θα τον εγκαταστήσεις σαν πρώτο σημάδι της παρουσίας μου. Γιατί πλησιάζει η ώρα που θα λάβει καθένας κατά τα έργα του. Κάνε γρήγορα, έφτασε η στιγμή. Θα δικάσω αυτούς που προσκύνησαν τα είδωλα κι αρνήθηκαν Εμένα τον δημιουργό τους. Αυτούς που λάτρεψαν τις πέτρες και τα ξύλα που τους έδωσα για τις ανάγκες τους. Όλοι τους θα συντριβούν ως σκεύη κεραμέως. Καθώς και οι εχθροί μου οι αιρετικοί που τόλμησαν να με χωρίσουν από τον Πατέρα μου. Που τόλμησαν να υποβιβάσουν σε κτίσμα το Παράκλητον Πνεύμα. Αλλοίμονό τους, ποια κόλαση τους περιμένει!.

Τώρα θα εμφανισθώ και στους Ιουδαίους που με σταύρωσαν και δεν πίστεψαν στην θεότητά μου. Mου δόθηκε κάθε εξουσία, τιμή και δύναμη. Είμαι δικαιοκριτής. Τότε που ήμουνα πάνω στον Σταυρό έλεγαν: Ουά! Ο καταλύων τον ναόν… σώσον σεαυτόν. Τώρα, εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω. Εγώ θα κρίνω, θα ελέγξω και θα τιμωρήσω σκληρά το πονηρό και διεστραμμένο γένος, γιατί δεν μετάνοιωσε. Τους έδωσα ευκαιρίες να μετανοήσουν, αλλά τις περιφρόνησαν. Θα λάβω λοιπόν τώρα την εκδίκηση.

Το ίδιο θα κάνω και στους Σοδομίτες, που βρώμισαν τη γη και τον αέρα με την δυσωδία τους. Τους έκαψα τότε. Και πάλι θα τους ξανακάψω, γιατί μίσησαν την ηδονή του Αγίου Πνεύματος και αγάπησαν την ηδονή του διαβόλου.

Θα τιμωρήσω και τους μοναχούς, τους άφρονες και σκοτισμένους, που μοιάζουν σαν θηλυμανή άλογα. Δεν αρκέσθηκαν στη νόμιμη συζυγία τους, αλλά στράφηκαν ανόητα στην μοιχεία και ο σατανάς τους έριξε δεμένους στην άβυσσο του πυρός. Δεν άκουσαν ότι φοβερό το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος; Δεν φοβούνται το εγώ το εμβρίμημά μου αποτελέσω εις αυτούς; Τους κάλεσα να μετανοιώσουν κι όμως δεν μετάνοιωσαν.

Θα καταδικάσω και τους κλέφτες που έκαναν ένα σωρό κακά, ακόμη και φόνους! Και όλους όσοι έπραξαν πλήθος αμαρτιών. Εγώ τους χάρισα ευκαιρίες για να αλλάξουν αλλά δεν έδωσαν καμιά σημασία. Που είναι τα καλά τους έργα; Τους έδειξα τον άσωτο σαν τύπο και υπογραμμό – και πολλούς άλλους – για να μην αποθαρρύνονται στις αμαρτίες τους. Αλλ’ αυτοί καταφρόνησαν τις εντολές μου και με αρνήθηκαν. Αποστράφηκαν Εμένα και υποδουλώθηκαν στην αμαρτία. Ας πορευθούν λοιπόν στη φλόγα που οι ίδιοι άναψαν.

Αλλά κι όσους πέθαναν μνησίκακοι, θα τους παραδώσω σε φοβερό κλύδωνα. Γιατί δεν πόθησαν την ειρήνη μου, αλλά στάθηκαν στη ζωή τους θυμώδεις, πικρόχολοι και οργίλοι.

Τους πλεονέκτες, τους τοκογλύφους και τους φιλάργυρους θα τους εξολοθρεύσω και θα ξεχύσω πάνω τους όλη μου την οργή, γιατί στήριξαν την ελπίδα τους στο χρυσάφι κι Εμένα με αγνόησαν σαν να μη φρόντιζα γι’ αυτούς.

Κι εκείνους τους ψευτοχριστιανούς, που ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών ή ότι γίνεται μετεμψύχωση, θα τους λειώσω στη γεέννα σαν το κερί. Τότε θα πεισθούν για την ανάσταση των νεκρών.

Οι δηλητηριαστές, οι μάγοι κι όλοι οι όμοιοί τους θα βασανιστούν ανελέητα.

Αλλοίμονο και σ’ αυτούς που μεθάνε, γλεντοκοπάνε με κιθάρες και τύμπανα, που τραγουδάνε, χορεύουν, αισχρολογούν και φαντάζονται πονηρά. Τους κάλεσα και δεν με άκουσαν, αλλά με καταγελούσαν. Τώρα το σκουλήκι θα τους κατατρώει την καρδιά. Σ’ όλους χάρισα έλεος και μετάνοια, μα κανένας δεν έδινε τότε προσοχή.

Θα βυθίσω στο σκοτάδι κι όσους περιφρόνησαν τις Αγίες Γραφές, που τις έγραψε το Πνεύμα μου δια μέσου των αγίων.

Θα κρίνω ακόμη κι αυτούς που ασχολούνται με προλήψεις και δεισιδαιμονίες και στηρίζουν τις ελπίδες τους σε μαχαίρια, αξίνες, δρεπάνια κι άλλα παρόμοια. Τότε θα μάθουν ότι έπρεπε να ελπίζουν στον Θεό κι όχι στα δημιουργήματά Του. Θα ταράζονται και θ’ αντιλέγουν τότε, μα δεν θα έχουν πια καμιά δύναμη, γιατί εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω.

Θα τιμωρήσω και τους βασιλείς και τους άρχοντες που με πίκραιναν αδιάκοπα με τις αδικίες τους. Έκριναν άδικα και περήφανα περιφρονώντας τους ανθρώπους. Και αυτοί μεν πληρώνονταν. Η δική μου όμως εξουσία δεν δέχεται δωροδοκίες. Για την αδικία τους θα τους αφανίσω. Τότε θα καταλάβουν ότι εγώ είμαι ο φοβερός που αφαιρώ τις εξουσίες των αρχόντων. Θα καταλάβουν ότι είμαι φοβερότερος απ’ όλους τους βασιλείς της γης. Ουαί σ’ αυτούς! Τι κόλαση τους περιμένει! Γιατί έτριξαν τα δόντια τους κι έχυσαν αθώο αίμα, το αίμα των παιδιών τους και των θυγατέρων τους.

Αλλά σε ποιαν οργή θα παραδώσω τους μισθωτούς, που δεν ήταν γνήσιοι ποιμένες; Που ρήμαξαν τον αμπελώνα μου και σκόρπισαν τα πρόβατά μου; Που ποίμαιναν χρυσάφι κι ασήμι – όχι ψυχές – και ζήτησαν την ιεροσύνη από συμφέρον; Πόση θα είναι η τιμωρία τους; Πόσος ο οδυρμός; Θα ξεχύσω πάνω τους όλο το θυμό και την οργή μου και θα τους συντρίψω. Πρόβατα και βόδια φθαρτά φρόντισαν ν’ αποκτήσουν, μα τα δικά μου λογικά πρόβατα δεν τα νοιάσθηκαν. Θα τιμωρήσω με ράβδο τις ανομίες τους και με μαστίγιο τις αδικίες τους.

Αλλά και τους ιερείς που γελούν η φιλονικούν μέσα στις αγίες εκκλησίες μου, τι θα τους κάνω; Θα τους συμμορφώσω στο πυρ και στον τάρταρο.

Ήρθα κι έρχομαι. Όποιος έχει τη δύναμη ας με αντιμετωπίσει. Αλλά ουαί κι αλλοίμονο σ’ αυτόν που όντας αμαρτωλός θα πέσει στα χέρια μου! Γιατί καθένας θα εμφανισθεί ενώπιόν μου γυμνός και τετραχηλισμένος. Πού θα τολμήσει να φανερωθεί τότε η αναίδεια των αμαρτωλών; Πώς θ’ αντικρίσουν το πρόσωπό μου; Πού θα βάλουν τη ντροπή τους; Θα καταισχυνθούν μπροστά στις άχραντες Δυνάμεις μου.

Θα κατακρίνω όμως κι όσους μοναχούς αμέλησαν τα καθήκοντά τους και πρόδωσαν τις υποσχέσεις που έδωσαν ενώπιον Θεού, αγγέλων και ανθρώπων. Αλλά υποσχέθηκαν κι άλλα έπραξαν. Απ’ το ύψος των νεφελών θα τους γκρεμίσω στην άβυσσο. Δεν τους έφτανε η δική τους απώλεια, αλλά προξένησαν ολέθριο σκάνδαλο και σ’ άλλους. Ήταν καλύτερα γι’ αυτούς να μην απαρνηθούν τον κόσμο παρά που τον απαρνήθηκαν κι έζησαν αισχρά, ανακατεμένοι με την ασωτία. Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω σ’ όσους δεν θέλησαν να μετανοιώσουν. Εγώ θα τους κρίνω σαν δίκαιος Κριτής!...»

Τα λόγια αυτά που βροντοφώνησε ο Κύριος στον αρχιστράτηγο Μιχαήλ, γέμισαν δέος τις αναρίθμητες Δυνάμεις των αγγέλων.

Έπειτα πρόσταξε να του φέρουν τους Επτά Αιώνες της συστάσεως του κόσμου. Ο Μιχαήλ ανέλαβε την εκτέλεση κι αυτής της προσταγής. Γι’ αυτό πήγε αμέσως στο οίκο της διαθήκης και τους έφερε. Ήταν σαν μεγάλα βιβλία και τα τοποθέτησε μπροστά στον Κριτή. Έπειτα στάθηκε παράμερα παρατηρώντας με ευλάβεια πως ξεφυλλίζει ο Κύριος την ιστορία των αιώνων.

Πήρε Εκείνος τον πρώτο Αιώνα, τον άνοιξε και διάβασε:

«Ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, ένας Θεός σε τρία πρόσωπα. Από τον Πατέρα γεννήθηκε ο Υιός και δημιουργός των αιώνων. Διότι με τον Λόγο του Πατρός, τον Υιό, έγιναν οι Αιώνες, δημιουργήθηκαν οι ασώματες Δυνάμεις και στερεώθηκαν οι ουρανοί, η γη, τα καταχθόνια, η θάλασσα, οι ποταμοί και πάντα τα εν αυτοίς.»

Έπειτα διάβασε λίγο παρακάτω:

«Εικόνα του αόρατου Θεού είναι ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, με τη γυναίκα του, την Εύα. Στον Αδάμ δόθηκε μια εντολή από τον παντοκράτορα Θεό και δημιουργό όλων των ορατών και αοράτων. Είναι ένας νόμος που πρέπει να τηρηθεί με κάθε ασφάλεια και ακρίβεια, ώστε να θυμάται τον δημιουργό του, και να μην ξεχνάει ότι υπάρχει Θεός από πάνω του».

Πάλι προχώρησε λίγο:

«Παράβαση στην οποία υπέπεσε η εικόνα του Θεού από απάτη η μάλλον από απροσεξία και αμέλεια. Αμάρτησε ο άνθρωπος και διώχθηκε απ’ τον παράδεισο με δίκαιη κρίση και απόφαση του Θεού. Δεν μπορεί να βρίσκεται μέσα σε τόσα αγαθά ο αχρείος παραβάτης!».

Πιο κάτω διάβασε:

«Ο Κάιν ρίχθηκε στον Άβελ και τον σκότωσε, κατά την βουλή του διαβόλου. Οφείλει να καεί στη φωτιά της γεέννας, γιατί έμεινε αμετανόητος. Ενώ ο Άβελ θα ζήσει αιώνια».

Κατά τον ίδιο τρόπο ξεφύλλισε τα έξι βιβλία των Αιώνων. Πήρε τέλος το έβδομο και διάβασε:

«Η αρχή του εβδόμου Αιώνα σημαίνει το τέλος των αιώνων. Αρχίζει να γενικεύεται η κακία, η πονηρία κι η ασπλαχνία. Οι άνθρωποι του έβδομου Αιώνα είναι πονηροί, φθονεροί, ψεύτες, με υποκριτικήν αγάπη, φίλαρχοι, υποδουλωμένοι στις σοδομίτικες αμαρτίες».

Προχώρησε λίγο, κάτι διάβασε κι έστρεψε αμέσως θλιμμένο το βλέμμα του ψηλά, στήριξε το ένα χέρι στο γόνατο, με το άλλο σκέπασε το πρόσωπο και τα μάτια κι έμεινε συλλογισμένος σ’ αυτή τη στάση ώρα πολλή. Σε λίγο ψιθύρισε:

«Αλήθεια τούτος ο έβδομος Αιώνας ξεπέρασε στην αδικία και την πονηρία όλους τους προηγούμενους».

Διάβασε παρακάτω:

«Οι Έλληνες και τα είδωλά τους γκρεμίσθηκαν με το ξύλο, την λόγχη και τα καρφιά που έμπηξαν οι σταυρωτές στο ζωηφόρο Σώμα μου».

Σώπασε μερικές στιγμές και πάλι έσκυψε στο βιβλίο.

«Δώδεκα άρχοντες του Μεγάλου Βασιλέως, λευκοί σαν το φως, συντάραξαν τη θάλασσα, στόμωσαν θηρία, έπνιξαν τους νοητούς δράκοντες, φώτισαν τυφλούς, χόρτασαν πεινασμένους και φτώχεψαν πλουσίους. Ψάρεψαν πολλές νεκρωμένες ψυχές ξαναδίνοντάς τους ζωή. Μεγάλος ο μισθός τους!...».

κι έπειτα από λίγο:

«Εγώ ο Αγαπητός διάλεξα και μάρτυρες αθλοφόρους για χάρη μου. Η φιλία τους έφτασε ως τον ουρανό και η αγάπη τους ως τον θρόνο μου! Ο πόθος τους ως την καρδιά μου και η λατρεία τους με φλογίζει δυνατά. Η δόξα και το κράτος μου είναι μαζί τους!...».

Αφού γύρισε αρκετά φύλλα, ψιθύρισε μ’ ένα χαμόγελο ικανοποιήσεως:

«Ω πανέμορφη και πολύτιμη Νύμφη! Πόσοι αισχροί πάσχισαν να σε μολύνουν! Μα δεν πρόδωσες Εμένα το Νυμφίο σου!... Αμέτρητες αιρέσεις σε απείλησαν, αλλά η πέτρα που πάνω της είσαι θεμελιωμένη δεν σαλεύθηκε, γιατί πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής».

Πιο κάτω ήταν γραμμένες όλες οι αμαρτίες των ανθρώπων, όσες βρήκε ο θάνατος να μην έχουν ξεπλυθεί στη μετάνοια.

Κι ήταν τόσες πολλές, σαν την άμμο της θάλασσας!... Τις διάβασε ο Κύριος δυσαρεστημένος και κουνούσε το κεφάλι του αναστενάζοντας.

Το αμέτρητο πλήθος των αγγέλων στεκόταν περίτρομο από το φόβο της δίκαιης οργής του Κριτού.

Όταν ο Κύριος έφτασε στη μέση του Αιώνα αυτού, παρατήρησε:

«Τούτο το έσχατο βιβλίο είναι γεμάτο από τη δυσωδία των αμαρτιών, από τ’ ανθρώπινα έργα, που είναι όλα ψεύτικα και βρωμερά: Φθόνοι, φόνοι, ψεύδη, έχθρες, μνησικακίες. Φθάνει πια! Θα το σταματήσω στη μέση. Να πάψει η κυριαρχία της αμαρτίας.

Και λέγοντας αυτά τα οργισμένα λόγια ο Κύριος έδωσε στον αρχιστράτηγο Μιχαήλ το σύνθημα για την Κρίση. Αυτοστιγμεί εκείνος με το τάγμα του πήραν τον υπέρλαμπρο και απερίγραπτο θρόνο κι έφυγαν. Ήταν το τάγμα τόσο πολυπληθές, ώστε η γη δεν το χωρούσε. Φεύγοντας βροντοφωνούσαν:

«Άγιος, άγιος, άγιος, φοβερός και μέγας, υψηλός, θαυμαστός και δεδοξασμένος ο Κύριος στους αιώνες των αιώνων.»

Έπειτα αποχώρησε ο Γαβριήλ με το τάγμα του ψάλλοντας:

«Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού»!

Και απ’ αυτούς τους φοβερούς όρκους συγκλονίζονταν ο ουρανός και η γη. Ακολούθησε ο τρίτος μέγας αρχιστράτηγος, ο Ραφαήλ, με το τάγμα του αναπέμποντας τον ύμνο:

«Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν.»

Τέλος ξεκίνησε και η τέταρτη παράταξη. Ο άρχοντάς της ήταν λευκός και λαμπερός σαν το χιόνι, με όψη γλυκειά. Φεύγοντας άρχισε κι αυτός να ψάλλει δυνατά:

«Θεός θεών Κύριος ελάλησε και εκάλεσε την γην από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών. Εκ Σιών η ευπρέπεια τη ωραιότητος αυτού. Ο Θεός εμφανώς ήξει, ο Θεός ημών και ου παρασιωπήσεται. Πυρ ενώπιον αυτού προπορεύσεται και κύκλω αυτού καταιγίς σφόδρα.»

Και συνέχεια τον υπόλοιπο ψαλμό. Ενώ οι αξιωματούχοι του αποκρίνονταν:

«Ανάστα ο Θεός κρίνων την γην ότι συ κατακληρονομήσεις εν πάσι τοις έθνεσι.»

Ο αρχηγός αυτού του τάγματος ονομαζόταν Ουριήλ.

Σε λίγο έφεραν ενώπιον του Κυρίου τον δοξασμένο Σταυρό του, που έλαμπε σαν φοβερή αστραπή και σκόρπιζε άρρητη ευωδία. Τον συνόδευαν με εξαιρετικές τιμές δύο τάγματα Εξουσιών και Δυνάμεων. Το θέαμα ήταν συγκλονιστικά μεγαλόπρεπο. Οι πολυάριθμες δυνάμεις έψαλαν αρμονικά.

Άλλοι έλεγαν με μεγάλο δέος:

«Υψώσω σε ο Θεός μου ο Βασιλεύς μου και ευλογήσω ο όνομά σου εις τον αιώνα».

Άλλοι έλεγαν:

«Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείτε τω υποποδίω των ποδών αυτού, ότι άγιος εστί. Αλληλούια, αλληλούια, αλληλούια!».

Έπειτα δόθηκε θεία διαταγή να έρθει πάλι ο κραταιός άρχοντας Μιχαήλ για να παρουσιαστεί δίπλα στον θρόνο του Κυρίου. Εκείνη τη στιγμή παρουσιάσθηκε ένας άγγελος που κρατούσε μία βροντερή σάλπιγγα. Την πήρε ο Κριτής στα χέρια του, σάλπισε τρεις φορές κι είπε τρεις λόγους. Μετά την παρέδωσε στον Μιχαήλ:

«Σε προστάζω να πάρεις το θείο σου τάγμα και να σκορπισθήτε σ’ όλο τον κόσμο, για να μεταφέρετε πάνω σε νεφέλες τους αγίους, απ’ την ανατολή και τη δύση, τον βορρά και τον νότο. Θα τους συγκεντρώσεις όλους για να υποδεχθούν την παρουσία μου, μόλις ηχήσει η σάλπιγγα».

Ύστερα απ’ όλα αυτά έρριξε ένα βλέμμα στη γη ο δίκαιος Κριτής και είδε… Ομίχλη και σκοτεινά, θρήνος και ουαί και κοπετός πολύς. Φοβερή η τυραννία του σατανά! Μανίαζε και φρίαττε ο δράκοντας, κατέστρεψε τα πάντα συντρίβοντάς τα σαν χορτάρι, γιατί έβλεπε τους αγγέλους του Θεού να του ετοιμάζουν το αιώνιο πυρ.

Μόλις τα είδε ολ’ αυτά ο Κύριος, κάλεσε ένα πύρινο άγγελο με αυστηρή και φοβερή όψη, χωρίς λύπηση – ήταν αρχηγός των αγγέλων που επιβλέπουν το πυρ της κολάσεως – και του είπε:

«Πάρε μαζί σου τη ράβδο μου που δένει και συντρίβει. Πάρε κι αμέτρητους αγγέλους απ’ το τάγμα σου, τους πιο φοβερούς, που τάχθηκαν τιμωροί των κολασμένων. Θα πάτε στη νοητή θάλασσα, για να βρείτε τα ίχνη του ζοφερού άρχοντα. Άρπαξέ τον με ισχύ και κραταιότητα και χτύπα τον αλύπητα με τη ράβδο μου ώσπου να παραδώσει το τάγμα των πονηρών πνευμάτων. Κι αφού τους δέσεις όλους γερά με την ισχύ της ράβδου, κατά τη διαταγή μου, θα του ρίξεις στις πιο άσπλαχνες και άγριες κολάσεις!...

Και τότε πια, όταν όλα ήταν έτοιμα, έγινε νεύμα στον αρχάγγελο που κρατούσε τη σάλπιγγα να σαλπίσει ηχηρά. Αμέσως απλώθηκε απότομα νεκρική σιγή, σαν να ηρέμησαν τα σύμπαντα.

Με το πρώτο σάλπισμα συναρμολογήθηκαν όλα τα σώματα των νεκρών.

Με το δεύτερο, Πνεύμα Κυρίου επανέφερε τις ψυχές μέσα στα νεκρά σώματα.

Δέος και φρίκη κατέλαβε τα σύμπαντα.

Τα ουράνια και τα επίγεια έτρεμαν.

Και τότε αντήχησε το τρίτο και φοβερότερο σάλπισμα, που συγκλόνισε όλο τον κόσμο. Οι νεκροί αναστήθηκαν από τα μνήματα εν ριπή οφθαλμού. Φοβερό θέαμα! Ξεπερνούσαν σε αριθμό και την άμμο της θάλασσας. Συγχρόνως σαν πυκνή βροχή κατέβαιναν απ’ τα ουράνια προς τον θρόνο της ετοιμασίας τ’ αγγελικά τάγματα βροντοφωνώντας:

«Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη φόβου και τρόμου».

Στεκόταν όλος ο λαός και το αναρίθμητο σύνταγμα των αγγέλων περιμένοντας. Έτρεμαν και φρικιούσαν μπροστά στη φοβερή θεία εξουσία που κατέβαινε στη γη. Ενώ όμως όλοι κοίταζαν ψηλά, ξαφνικά άρχισαν να γίνονται σεισμοί, βροντές και αστραπές στην κοιλάδα της Δίκης και στον αιθέρα, ώστε κατατρόμαξαν όλοι. Τότε αποσύρθηκε σαν βιβλίο το στερέωμα του ουρανού και φάνηκε ο Τίμιος Σταυρός να λάμπει σαν το ήλιο και να σκορπίζει θείες μαρμαρυγές. Τον κρατούσαν οι άγγελοι μπροστά από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και Κριτή της οικουμένης, που ερχόταν.

Σε λίγο ακούγεται ένας ύμνος, ένα τραγούδι πρωτάκουστο: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου. Θεός Κύριος, κριτής εξουσιαστής, άρχων ειρήνης».

Μόλις τελείωσε η βροντερή τούτη δοξολογία, εμφανίζεται ο Κριτής επί των νεφελών, καθισμένος σε θρόνο πύρινο. Με την πολλή του καθάρια λαμπρότητα πυρπολούσε τον ουρανό και την γη.

Έξαφνα, μεσ’ απ’ το πλήθος των αναστημένων νεκρών άρχισαν μερικοί ν’ αστράφτουν σαν ήλιοι! Αμέσως αρπάζοταν από τις νεφέλες στον αέρα για να συναντήσουν τον Κύριό τους. Οι περισσότεροι όμως απόμειναν κάτω. Κανείς δεν τους πήρε στον ουρανό!... θρηνούσαν πικρά που δεν αξιώθηκαν ν’ αρπαχθούν κι αυτοί από τις νεφέλες κι ήταν φαρμάκι η λύπη και η οδύνη στις ψυχές τους. Έπεσαν όλοι γονατιστοί μπροστά στον Κριτή και πάλι σηκώθηκαν.

Είχε πια καθήσει στον θρόνο «θρόνος της ετοιμασίας» ο φοβερός Κριτής και μαζεύτηκαν γύρω του όλες οι δυνάμεις των ουρανών με φόβο και τρόμο. Όσοι είχαν αρπαχθεί απ’ τα σύννεφα προς απάντησή του, τοποθετήθηκαν στα δεξιά του. Οι υπόλοιποι οδηγήθηκαν στ’ αριστερά του Κριτού. Ήταν Ιουδαίοι, άρχοντες, αρχιερείς, ιερείς, βασιλείς και πολύ πλήθος μοναχών και λαϊκών. Στέκονταν καταντροπιασμένοι, ελεεινολογώντας τον εαυτό τους και θρηνώντας την απώλειά τους. Τα πρόσωπά τους ήταν εξαθλιωμένα και αναστέναζαν βαθιά συντριμμένοι.

Σ’ όλους είχε απλωθεί νεκρικό πένθος. Και πουθενά δεν φαινόταν καμμιά παρηγοριά.

Όσοι όμως στέκοταν στα δεξιά του Κριτού ήταν όλοι φαιδροί, φωτεινοί σαν ήλιοι, σεμνοί, δοξασμένοι, λευκοί σαν το φως, πυρπολημένοι, λες, από μία θεόφωτη αστραπή. Έμοιαζαν – αν δεν είναι τολμηρό να το πει κανείς – σαν τον Κύριο και Θεό τους.

Παρευθύς έρριξε το βλέμμα του και απ’ τη μία και απ’ την άλλη μεριά ο φοβερός Κριτής. Στα δεξιά κοίταξε ευχαριστημένος και χαμογέλασε. Όταν όμως γύρισε στ’ αριστερά του, ταράχθηκε, οργίσθηκε πολύ και απέστρεψε αμέσως το πρόσωπό του.

Τότε με δυνατή και επίσημη φωνή λέει στους «εκ δεξιών» του:

«Δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου. Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με.»

Παραξενεύτηκαν εκείνοι και ρώτησαν!

«Κύριε πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, ή διψώντα και εποτίσαμεν; Πότε δε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, ή γυμνόν και περιεβάλομεν; Πότε δε σε είδομεν ασθενή ή εν φυλακή και ήλθομεν προς σε;

Αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε.»

Στρέφεται τότε προς τους «εξ ευωνύμων» και τους λέει με δριμύτητα:

«Πορεύεσθαι απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού. Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και ουκ εποτίσατε με, ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, γυμνός και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με.»

«Κύριε», τον ρώτησαν κι αυτοί απορημένοι, «πότε σε είδομεν και εν φυλακή και ου διηκονήσαμέν σοι;

«Αμήν λέγω υμίν», τους απάντησε ο Κύριος, «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε. Χαθείτε απ’ τα μάτια μου, καταραμένοι της γης! Στον τάρταρο, στον βρυγμό των οδόντων! Εκεί θα 'ναι ο θρήνος και ο οδυρμός, ο ατελείωτος.

Μόλις έβγαλε αυτή την απόφαση ο Κριτής, αμέσως ξεχύθηκε απ’ την ανατολή ένας τεράστιος πύρινος ποταμός, που κυλούσε ορμητικά προς την δύση. Ήταν πλατύς σαν μεγάλη θάλασσα. Οι αμαρτωλοί απ’ τ’ αριστερά βλέποντάς τον κατατρόμαξαν κι άρχισαν να τρέμουν φρικτά απ’ την απελπισία τους. Μα ο αδέκαστος Κριτής πρόσταξε να περάσουν όλοι – δίκαιοι και άδικοι – μέσ’ απ’ τον φλεγόμενο ποταμό, για να τους δοκιμάσει το πυρ.

Άρχισαν πρώτα οι «εκ δεξιών», που πέρασαν όλοι και βγήκαν λαμπεροί σαν ατόφιο χρυσάφι. Τα έργα τους δεν κάηκαν, αλλ’ αποδείχθηκαν πιο φωτεινά και διαυγή με τη δοκιμασία. Γι’ αυτό γέμισαν αγαλλίαση.

Έπειτα απ’ αυτούς ήρθαν και οι «εξ ευωνύμων» να περάσουν μέσ’ απ’ τη φωτιά, για να δοκιμασθούν τα έργα τους. Αλλά, επειδή ήταν αμαρτωλοί, η φλόγα άρχισε να τους καίει και τους κράτησε μέσα στη μέση του ποταμού. Και τα μεν έργα τους κατακάηκαν σαν άχυρα, ενώ τα σώματά τους έμειναν σώα να φλέγονται επί χρόνια και αιώνες ατέλειωτους μαζί με τον διάβολο και τους δαίμονες. Κανένας δεν κατόρθωσε να βγει από κείνο το πύρινο ποτάμι! Όλους τους αιχμαλώτισε η φωτιά, γιατί ήταν άξιοι καταδίκης και τιμωρίας.

Αφού παραδόθηκαν στην κόλαση οι αμαρτωλοί, σηκώθηκε απ’ το θρόνο του ο φοβερός Κριτής και ξεκίνησε για το θεϊκό ανάκτορο μ’ όλους τους αγίους του. Τον περικύκλωναν, πάντα με πολύ φόβο και τρόμο, όλες οι ουράνιες δυνάμεις ψάλλοντας:

«Άρατε πύλας οι άρχοντες ημών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της δόξης, ο Κύριος και Θεός των θεών μαζί μ’ όλους τους αγίους του, που θ’ απολαύσουν αιώνια κληρονομιά».

Άλλο τάγμα απαντούσε και έλεγε:

«Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου μ’ όσους αξίωσε η χάρη του να ονομασθούν υιοί Θεού, Θεός Κύριος, μαζί με τους υιούς της Νέας Σιών, και επέφανεν ημίν».
και οι αρχάγγελοι, που προπορεύονταν απ’ τον Κύριο, τον δοξολογούσαν ψάλλοντας ένα ουράνιο μέλος αντιφωνικά:

«Δεύτε αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω, αλαλάξωμεν τω Θεώ τω Σωτήρι ημών. Προφθάσωμεν το πρόσωπον αυτού εν εξομολογήσει και εν ψαλμοίς αλαλάξωμεν αυτώ».

Ενώ άλλο τάγμα αντιφωνούσε μελωδικά:

«Ότι Θεός μέγας Κύριος και Βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γην. Ότι εν τη χειρί αυτού τα πέρατα της γης και τα ύψη των ορέων αυτού εισίν!»

Αυτά και άλλα πολλά παναρμόνια μέλη έψαλλαν οι άγιοι άγγελοι, ώστε να ευφραίνονται απερίγραπτα όσοι τ’ άκουγαν. Έτσι ψάλλοντας μπήκαν οι άγιοι με τον Κύριο Ιησού Χριστό στον επουράνιο θάλαμο του θεϊκού παλατίου με καρδιές που σκιρτούσαν από χαρά. Και αμέσως κλείσθηκαν οι πύλες του νυμφώνα.

Τότε κάλεσε ο ουράνιος Βασιλεύς τους κορυφαίους αγγέλους. Πρώτοι παρουσιάσθηκαν ο Μιχαήλ, ο Γαβριήλ, ο Ραφαήλ, ο Ουριήλ και οι άρχοντες των ταγμάτων.

Ακολούθησαν οι δώδεκα φωστήρες του κόσμου, οι απόστολοι. Τους έδωσε ο Κύριος δόξα αστραφτερή και δώδεκα πυρίμορφους θρόνους για να καθίσουν κοντά στον διδάσκαλό τους Χριστό με μεγαλειώδεις τιμές. Η όψη τους ακτινοβολούσε ένα απερίγραπτο αιώνιο φως και τα ενδύματά τους ήταν λαμπερά και διάφανα σαν το κεχριμπάρι. Ακόμη κι οι άρχοντες των αγγέλων τους θαύμαζαν. Τέλος τους έδωσε και δώδεκα υπέροχα κριστάλλινα στεφάνια διακοσμημένα με πολύτιμους λίθους, που έλαμπαν εκτυφλωτικά, καθώς τα κρατούσαν πάνω από τα κεφάλια τους ένδοξοι άγγελοι.

Έπειτα οδηγήθηκαν ενώπιον του Κυρίου οι εβδομήκοντα απόστολοι. Έλαβαν κι αυτοί όμοιες τιμές και δόξες, μόνο που τα στεφάνια των δώδεκα ήταν πιο θαυμαστά.

Και τώρα ήρθε η σειρά των μαρτύρων. Αυτοί πήραν τη θέση και τη δόξα της μεγάλης αγγελικής στρατιάς, που γκρεμίσθηκε απ’ τον ουρανό μαζί με τον Εωσφόρο. Έγιναν δηλαδή οι μάρτυρες άγγελοι και άρχοντες των ουρανίων ταγμάτων. Τους έφεραν αμέσως πλήθος στεφάνια και τα τοποθέτησαν στα αγιασμένα κεφάλια τους. Όσο λάμπει ο ήλιος, τόσο έλαμπαν κι αυτά. Έτσι οι άγιοι μάρτυρες θεώμενοι ευφραίνονταν και αγάλλονταν ανέκφραστα.

Μετά μπήκε ο θείος χορός των ιεραρχών, ιερέων, διακόνων και λοιπών κληρικών. Στεφανώθηκαν κι αυτοί μ’ αιώνια κι αμαράντινα στεφάνια, ανάλογα με τον ζήλο, την υπομονή και την ποιμαντική τους δράση. Στεφάνι από στεφάνι ήταν διαφορετικό κατά τη δόξα, όπως αστέρι από αστέρι. Έτσι πολλοί ιερείς και διάκονοι ήταν ενδοξότεροι και λαμπρότεροι από πολλούς αρχιερείς.

Τους έδωσαν ακόμη και από ένα ναό, για να προσφέρουν στο νοερό θυσιαστήριο αγία θυσία και τέλεια, ευάρεστη στο Θεό.

Έπειτα μπήκε ο όσιος χορός των μοναχών. Η όψη τους ξέχυνε μυστικήν ευωδία και σαν ήλιοι σκόρπιζαν θείες μαρμαρυγές. Ο Κύριος τους στόλισε με έξι φτερούγες και έγιναν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος σαν τα φρικτά Χερουβίμ και Σεραφίμ. Άρχισαν τότε να βροντοφωνούν.

«Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού. Ήταν η δόξα τους μεγάλη, αφάνταστη και το στεφάνι τους ποικιλοστόλιστο και λαμπερό. Ανάλογα με του αγώνες και τους ιδρώτες τους απολάμβαναν και τις τιμές.

Ακολούθησε ο χορός των προφητών. Τους δώρησε ο Βασιλεύς το άσμα των ασμάτων, το ψαλτήρι του Δαβίδ, τύμπανα και χορούς, άυλο φως αστραφτερό, άφραστη αγαλλίαση και τη δοξολογία του Αγίου Πνεύματος.

Τότε τους ζήτησε ο Δεσπότης του θεϊκού νυμφώνα να ψάλλουν κάτι. Και έψαλλαν ένα τόσο μελωδικό ύμνο, ώστε σκίρτησαν όλοι από ευφροσύνη.

Αφού έλαβαν αυτά τα δώρα οι άγιοι απ’ τα άχραντα χέρια του Σωτήρος, περίμεναν ακόμη εκείνα, α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη.

Τότε μπήκε όλος ο χορός των ανθρώπων, που σώθηκαν μέσα στον κόσμο: Φτωχοί και άρχοντες, βασιλείς και ιδιώτες, δούλοι και ελεύθεροι. Στάθηκαν όλοι ενώπιον του Κυρίου κι εκείνος ξεχώρισε απ’ ανάμεσά τους τους ελεήμονες και τους αγνούς και τους έδωσε την τρυφή του παραδείσου της Εδέμ, παλάτια ουράνια και φωτεινά, στεφάνια πολυτελή, αγιασμό και αγαλλίαση, θρόνους και σκήπτρα και αγγέλους να τους υπηρετούν.

Μετά ήρθαν όσοι έγιναν δια την αγάπη του Χριστού «πτωχοί τω πνεύματι». Τώρα υψώθηκαν πάρα πολύ. Τους δόθηκε απ’ το χέρι του Κυρίου στεφάνι περίλαμπρο και κληρονόμησαν τη βασιλεία των ουρανών.

Έπειτα «οι πενθούντες» τις αμαρτίες τους, που έλαβαν τη μεγάλη παρηγοριά της Αγίας Τριάδος.

Έπειτα «οι πραείς» και άκακοι, που κληρονόμησαν την ουράνια γη, όπου αποστάζει γλυκασμό και ευωδία το Πνεύμα του Θεού. Και αυτοί δοκίμασαν ανέκφραστη τέρψη και ηδονή βλέποντας να τους χαρίζεται η μακάρια γη. Τα στεφάνια τους ροδόμορφα σκόρπιζαν μαρμαρυγές.

Ακολούθησαν «οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην». Τους δόθηκε ο μισθός της δικαιοσύνης, για να χορτάσουν. Και η αγαθή τους πρόθεση ευφράνθηκε βλέποντας τον Βασιλέα Χριστό να υψώνεται και να υπερδοξάζεται απ’ τους αγίους αγγέλους.

Έπειτα «οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης». Τους χαρίσθηκε θεία δοξολογία και πολυθαύμαστη ζωή.

Στήθηκε μάλιστα για χάρη τους και άφραστος θρόνος για να καθίσουν στη βασιλεία των ουρανών. Τα στεφάνια τους ήταν από θείο κι άυλο χρυσάφι που τόσο έλαμπε, ώστε απ’ την δόξα τους να χαίρονται οι χοροί των αγγέλων.

Μετά μπήκε ο χορός «των ονειδισθέντων» για τον Χριστό, τον μεγάλο Θεό και σωτήρα των ψυχών μας.

Τους ανέβασαν σε θρόνους χρυσοποίκιλτους και απολάμβαναν τον έπαινο του Θεού.

Μετά απ’ αυτούς μπήκε πολύ πλήθος ειδωλολατρών, που δεν γνώρισαν τον νόμο του Χριστού, αλλά εκ φύσεως τον τήρησαν υπακούοντας στη συνείδησή τους. Πολλοί σαν ήλιοι απ’ την αγνότητα και την καθαρότητά τους. Και ο Κύριος τους χάρισε τον παράδεισο και φαιδρά στεφάνια πλεγμένα με ρόδα και κρίνα. Επειδή όμως είχαν στερηθεί το άγιο βάπτισμα, ήταν τυφλοί. Δεν έβλεπαν καθόλου τη δόξα του Θεού. Γιατί το άγιο βάπτισμα είναι φως και μάτι της ψυχής. Γι’ αυτό όποιος δεν το λάβει κι αν άπειρα καλά εργασθεί, κληρονομεί βέβαια την παραδείσιαν άνεση και κάτι δοκιμάζει από την ευωδία και τη γλυκύτητα της αλλά δεν βλέπει τίποτε.

Έπειτα και από αυτούς βλέπει ο δίκαιος Νήφων ένα τάγμα αγίων που ήταν τα παιδιά των χριστιανών. Όλοι τους έμοιαζαν να είναι περίπου τριάντα ετών. Τους κοίταξε με βλέμμα ιλαρό ο Νυμφίος και είπε:

«Ο μεν χιτώνας του βαπτίσματός σαν άσπιλος, έργα όμως πουθενά! Τι να σας κάνω λοιπόν εσάς;»

Τότε με θάρρος του απάντησαν κι αυτοί:

«Κύριε, μας στέρησες τα επίγεια αγαθά σου, τουλάχιστον μη μας στερήσεις τα επουράνια».

Χαμογέλασε ο Νυμφίος και τους χάρισε τα ουράνια αγαθά. Πήραν και τα στεφάνια της αγνότητος, της ακακίας και όλες οι άυλες στρατιές τους θαύμαζαν.

Ήταν θαύμα ν’ ακούει κανείς τους αγίους αγγέλους που, κατευχαριστημένοι καθώς έβλεπαν τα τάγματα όλων των αγίων, τραγουδούσαν άσματα γλυκά.

Ύστερα απ’ όλα αυτά βλέπει ο Νήφων να έρχεται μπροστά στον Νυμφίο μια θεόφωτη Νύμφη. Γύρω της σκόρπιζε ουράνιες ευωδίες και θεϊκά μύρα. Στο πανέμορφο κεφάλι της φορούσε ασύγκριτο βασιλικό στέμμα, που ακτινοβολούσε. Οι άγγελοι την ατένιζαν κατάπληκτοι κι οι άγιοι θαμπωμένοι. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος συγκρατούσε πάνω στην άχραντη κορυφή το ουράνιο εκείνο διάδημα.

Μπαίνοντας στον θείο νυμφώνα την ακολουθούσε αναρίθμητο πλήθος παρθένων που υμνούσαν με δοξολογίες και άσματα τα μεγαλεία του Θεού.

Όταν έφτασε κοντά στον Νυμφίο η μεγάλη βασίλισσα, προσκύνησε τρεις φορές μαζί με όλες τις αγίες παρθένες. Τότε ο «ωραίος κάλλει» την είδε και ευφράνθηκε. Έσκυψε το κεφάλι του και την τίμησε σαν άχραντη Μητέρα του. Εκείνη πλησίασε με πολλήν ευλάβεια και χάρη και ασπάσθηκε τα αθάνατα και ακοίμητα μάτια του, καθώς και σπλαχνικά του χέρια.

Μετά το θείο φίλημα ο Κύριος χάρισε στις παρθένες αστραφτερά φορέματα και πάμφωτα φορέματα και πάμφωτα στεφάνια. Κι έπειτα ήρθαν όλες οι νοερές δυνάμεις υμνώντας, μακαρίζοντας και δοξάζοντάς την.

Τότε σηκώθηκε απ’ τον θρόνο του ο Νυμφίος και έχοντας στα δεξιά τη Μητέρα του και στ’ αριστερά τον μέγιστο και πολυθαύμαστο προφήτη και Πρόδρομό του, βγήκε απ’ τον νυμφώνα και πήγε στον θεϊκό θάλαμο, όπου βρίσκονται τα αγαθά «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη» ετοιμασμένα για όσους αγάπησαν τον Θεό. Ακολουθούσαν και όλοι οι άγιοι. Μόλις είδαν τ’ αγαθά, πλημμύρισαν από άφατη αγαλλίαση και άρχισαν να κυκλοφορούν πανηγυρίζοντας μέσα στον έκπαγλο θάλαμο.

Αλλ’ αυτά δεν μπόρεσε ο δούλος του Θεού Νήφων να μου περιγράψει, αν και πολλές φορές τον πίεσα, δεν μου είπε το παραμικρό.

«Δεν μπορώ παιδί μου», έλεγε αναστενάζοντας, «ν’ απεικονίσω με την γλώσσα μου ή να παρομοιάσω με οποιοδήποτε επίγειο πράγμα τα εκεί. Ήταν πέρα από κάθε σκέψη και φαντασία, πέρα απ’ όλα τα βλεπόμενα και μη βλεπόμενα.

Όταν λοιπόν μοίρασε ο Κύριος στους αγίους του όλα τα άφραστα και ανήκουστα αγαθά, πρόσταξε τα Χερουβίμ να κυκλώσουν τον αιώνιο θάλαμο. Πρόσταξε έπειτα τα Σεραφίμ να κυκλώσουν τα Χερουβίμ, οι Θρόνοι τα Σεραφίμ, οι Κυριότητες τους Θρόνους, οι Αρχές τις Κυριότητες, οι Εξουσίες τις Αρχές και τέλος οι Δυνάμεις των ουρανών τις Εξουσίες. Όπως το τείχος κυκλώνει μία πόλη έτσι τα ουράνια τάγματα κυκλώνουν το ένα το άλλο.

Δεξιά απ’ τον θάλαμο των αιώνων στάθηκε με κάθε μεγαλοπρέπεια ο Μιχαήλ με το τάγμα του. Αριστερά ο Γαβριήλ με το δικό του. Ο Ουριήλ εγκαταστάθηκε στα δυτικά και ο Ραφαήλ στα ανατολικά.

Ήταν οι τέσσερις αυτές παρατάξεις πολύ μεγάλες. Και μαζί με τα τάγματα των αχράντων δυνάμεων έζωναν τον θάλαμο του Θεού με πολλή λαμπρότητα.

Ολ’ αυτά έγιναν με το πρόσταγμα του Κυρίου Ιησού Χριστού, του μεγάλου Θεού και Σωτήρος όλων των αγίων.

Στο τέλος όλων των μυστηρίων που είδε ο άγιος Νήφων, είδε και την πιο φοβερή αποκάλυψη: «Ο ίδιος ο Πατέρας του μονογενούς Υιού, ο Γεννήτωρ, το φως το απρόσιτο και ακατάληπτο, ανέτειλε ξαφνικά λάμποντας «συν τω Υιώ και τω Αγίω Πνεύματι» πάνω από κείνο τον απέραντο θάλαμο, πάνω από τις άχραντες δυνάμεις, πάνω απ’ όλους τους κύκλους και τις παρατάξεις τους. Φώτιζε του καθαρότατο θάλαμο, όπως φωτίζει ο ήλιος τον κόσμο. Έτσι έλαμπε ο Πατέρας των οικτιρμών. Και όπως το σφουγγάρι ρουφάει και συγκρατεί το κρασί, έτσι κι’ οι άγιοι πλημμύριζαν απ’ το άρρητο τρισήλιο φως της θεότητας και βασίλευαν αδιάκοπα μαζί της στους αιώνες.

Από τότε πια δεν υπήρχε γι’ αυτούς ούτε νύχτα ούτε μέρα. Μόνο υπήρχε ο Θεός Πατέρας, Υιός και Πνεύμα – φως και τρυφή, ζωή και φέγγος, τέρψη και ηδονή.

Έπειτα έγινε βαθειά σιγή. Σε λίγο το πρώτο τάγμα, το θείο και φοβερό που κύκλωνε τον θάλαμο, δόθηκε σαν συνεχής και ατέλειωτη κληρονομιά. Ευφρόσυνο άσμα κι ανέκφραστη δοξολογία, ασύγκριτα και υπέρκαλλη ήταν η ηδονή τους. Οι καρδιές των αγίων σκιρτούσαν απ’ τη χαρά και την απόλαυση.

Απ’ το πρώτο τάγμα μεταδόθηκε ο υπέροχος δοξολογικός ύμνος στο δεύτερο τάγμα των Σεραφίμ. Άρχισαν τότε εκείνο να ψάλλει ύμνο περίτεχνο και ακατάληπτο. Σαν εφτάγλυκο μέλι ηχούσε η δοξολογία του στ’ αυτιά των αγίων που ευφραίνονταν απέραντα μ’ όλες τους τις αισθήσεις: «Τα μάτια τους έβλεπαν το απρόσιτο φως. Η όσφρησή τους οσφραινόταν την ευωδία της θεότητος. Τ’ αυτιά τους άκουγαν τον θείον ύμνο των αχράντων δυνάμεων. Το στόμα τους γευόταν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου Ιησού Χριστού, καινούριο στη βασιλεία των ουρανών. Τα χέρια τους ψηλαφούσαν τα αιώνια αγαθά και τα πόδια τους χόρευαν στον θάλαμο. Έτσι λοιπόν μ’ όλες τους τις αισθήσεις χόρταιναν την άφατη αγαλλίαση.

Σε λίγο μεταδόθηκε ο θείος εκείνος ύμνος απ’ το δεύτερο τάγμα στο τρίτο και απ’ το δεύτερο τάγμα στο τρίτο και απ’ το τρίτο και απ’ το τέταρτο, ως το τελευταίο προκαλώντας με το γλυκύτερο απ’ το μέλι μέλος του, τέρψη και ηδονή στις καρδιές των αγίων. Και ήταν υπέροχο ότι δεν ψαλλόνταν ένας ύμνος συνεχώς από τα τάγματα αλλά υπήρχε απερίγραπτη ποικιλία και πρωτοτυπία στην ωδή που έψαλλαν.

Όταν οι εφτά κύκλοι των ταγμάτων ολοκλήρωσαν την καθαρή τους δοξολογία, τότε άρχισαν και τα τάγματα των αρχαγγέλων τον τρισάγιο ύμνο: Έψαλλε ο Μιχαήλ και αντιφωνούσε ο Γαβριήλ. Και πάλι υμνούσε ο Ραφαήλ και συμπλήρωνε ο Ουριήλ. Άκουγε κανείς πρωτάκουστες αρμονίες. Οι τέσσερις πύρινοι στύλοι, οι αρχάγγελοι, ξεχώριζαν και ήταν ο ύμνος τους φοβερός και βροντερός.

Παρακινούμενοι απ’ την άπειρη εκείνη τρυφή άρχισαν τότε και οι άγιοι Πάντες μεσ’ απ’ τον ουράνιο θάλαμο να ψάλουν τα μεγαλεία του Θεού.

Έτσι μέσα αντηχούσε ύμνος, ύμνος κι έξω, ύμνος και παντού. Άσματα πανίερα. Που φλόγιζαν τις αγίες καρδιές με μακάρια ηδονή στους ατελεύτητους αιώνες.

Όταν τα είχε δει πια όλα αυτά ο τρισμακάριος Νήφων και ενώ βρισκόταν σε μεγάλη έκσταση και θεωρία, άκουσε τη φωνή του Θεού να του λέει:

«Νήφων, Νήφων, ωραία ήταν ο προφητική σου οπτασία. Όλ’ αυτά λοιπόν που είδες και άκουσες γράψε τα με κάθε λεπτομέρεια, γιατί έτσι και θα γίνουν. Τα φανέρωσα σε σένα, γιατί είσαι πιστός φίλος, αγαπητό μου παιδί και κληρονόμος της βασιλείας μου. Βεβαιώσου λοιπόν, τώρα που σε αξίωσα να γίνεις αυτόπτης των φρικτών μυστηρίων, για τη μεγάλη μου φιλανθρωπία προς όλους εκείνους που προσκυνούν με ταπείνωση τη βασιλεία και την εξουσία μου. Γιατί Εγώ ευφραίνομαι να επιβλέπω επί τον πράον και ησύχιον και τρέμοντά μου τους λόγους.»

Αφού του είπε αυτά ο Κύριος, τον απέλυσε από τη φοβερή και πολυθαύμαστη οπτασία, που επί δύο εβδομάδες τον είχε απορροφήσει.

Όταν πια ήρθε στον εαυτό του, καθόταν τρομοκρατημένος και θρηνούσε και οδυρόταν. Τα δάκρυά του έτρεχαν ποτάμι κι έλεγε:

«Αλλοίμονο σε μένα τον άσωτο! Τι περιμένει την άθλια ψυχή μου! Αλλοίμονο μου του ελεεινού! Σε ποια κατάσταση άραγε θα βρεθώ εκεί εγώ ο αμαρτωλός! Τι θ’ απολογηθώ προς τον Κριτή; Τι λόγο θα δώσω για τις αμαρτίες μου; Και που θα κρύψω το πλήθος των ανομιών μου; Αχ, ο βέβηλος και άθλιος!... Στεναγμό δεν έχω ούτε δάκρυα. Αλλά και μετάνοια δεν μου βρίσκεται. Ελεημοσύνη καθόλου! Προσευχή τίποτα! Αγάπη μηδέν! Η ακακία κι η πραότητα στέκουν πολύ μακριά μου! Αλλοίμονο! Τι να κάνω ο ελεεινός και ρυπωμένος; Από που ν’ αρπαχθώ για να σωθεί η ψυχή μου τη βύθισα στον βούρκο. Τον νου μου τον σκότισα, τη ζωή μου την επιβάρυνα με κραιπάλη και μέθη. Αχ! Ο αμαρτωλός δεν ξέρω τι να κάνω! Τα μάτια μου βλέπουν τα αίσχη. Το πρόσωπο μου είναι καταντροπιασμένο. Τ’ αυτιά μου ηδύνονται σε δαιμονικά τραγούδια. Η όσφρησή μου ζητάει ευωδίες. Το στόμα μου ρέπει στην πολυφαγία. Αλλοίμονο μου του ταλαίπωρου! Τα χέρια μου τέρπονται στην αμαρτία. Το σώμα μου ποθεί να κυλισθεί στον βόρβορο της ανηθικότητας και κυνηγάει τα μαλακά κρεβάτια και την καλοφαγία…

Ωχ, ο παράνομος και σκοτεινιασμένος και ρυπαρός! Που να πάω δεν ξέρω. Ποιος θα με γλυτώσει απ’ το σκότος το εξώτερο του φρικτού ταρτάρου; Ποιος θα μ’ απαλλάξει από τον βρυγμό των οδόντων; Αλλοίμονο, μου του σιχαμερού, του παράνομου! Καλύτερα να μην είχα γεννηθεί!... Αχ, τι δόξα πρόκειται να στερηθώ ο μαύρος! Τι τιμή, τι στεφάνια, πόση χαρά, πόση φαιδρότητα θα χάσω, επειδή υποδουλώθηκα στην αμαρτία! Ταλαίπωρη ψυχή! Που είναι λοιπόν η κατάνυξή σου; Που είναι οι αγώνες σου; Που είναι οι αρετές σου; Αλλοίμονό σου βέβηλη και θλιβερή! Που θα είναι η θέση σου την ημέρα εκείνη; Έπραξες κανένα καλό που ν’ αρέσει στον Θεό; Θα μπεις στο καμίνι. Πως όμως θ’ αντέξεις το ουαί και τον οδυρμό; Ω ρυπαρή ψυχή, που ποθούσες πάντα να κυλιέσαι στη σαπίλα, που αδιάκοπα υπηρετούσες το στομάχι!...

Άνομη και διεφθαρμένη, τι ντροπή θα δοκιμάσεις στο βλέμμα του Ιησού! Με ποια μάτια θ’ ατενίσεις το γλυκύτατό του πρόσωπο; Πες μου, πες μου! Τα είδες εκείνα τα θαυμάσια, που ο Κύριος θα πραγματοποιήσει κάποτε. Πες μου λοιπόν ψυχή, έχεις έργα αντάξια για κείνη τη δόξα; Πως θα εισέλθεις εκεί, αφού μίανες το θείο βάπτισμα; Αλλοίμονό σου τότε, μολυσμένη ψυχή μου! Σου μέλλει να κληρονομήσεις το αιώνιο πυρ, και που θα είναι τότε η αμαρτία και ο πατέρας της για να σε σώσουν;

Κύριέ μου, Κύριε,

σώσε με από τη φωτιά,

από τον βρυγμό των οδόντων,

κι από τον τάρταρο…»

Μ’ αυτά τα λόγια έλεγχε τον εαυτό του ο μακάριος προσευχόμενος. Τις κατοπινές μέρες τον έβλεπες να περπατάει σέρνοντας τα βήματά του με πικρούς στεναγμούς, θρήνους και δάκρυα. Αναλογιζόταν τα θαυμάσια που είδε, κι έκανε ό,τι μπορούσε για να τα κατακτήσει. Συχνά – όταν στοχαζόταν πιο βαθιά και πιο καθαρά το όραμά του – γινόταν εκτός εαυτού. Φλεγόταν απ’ την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και αναφωνούσε:

«Ω τι χαρά, τι δόξα, τι λαμπρότητα περιμένει τους αγίους στους ουρανούς! Πόσο φοβάμαι μήπως στερηθώ!»

Αναστέναζε βαθιά και πρόσθετε:

«Κύριε, βοήθησε και σώσε τη σκοτισμένη ψυχή μου.



Πηγή: Βίος ενός ασκητή επισκόπου, του Αγίου Νήφωνος επισκόπου Κωνσταντιανής – 16η έκδοση Σταυροπηγιακής και Συνοδικής Ι. Μ. Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, εκδοτική παραγωγή ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ Α.Β.Ε.Ε.
oodegr.com

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Έτρεχαν να προλάβουν το "Χριστός Ανέστη" οι ιερείς στην Ευρυτανία (video)


Έτρεχαν να προλάβουν οι ιερείς στο Καρπενήσι, ώστε να ακουστεί το "Χριστός Ανέστη" σε όλα τα χωριά, ενώ η αναστάσιμη ακολουθία σε πολλές εκκλησίες, έγινε απογευματινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, για να προλάβουν να επιστρέψουν στις ενορίες τους. 

Για ένα σημαντικό πρόβλημα κάνει λόγο ο Αρχιερατικός επίτροπος πατήρ Ιωάννης Λιάππης, ως συνέπεια της παύσης των χειροτονιών από την πολιτεία, αλλά και της απροθυμία των νέων να ακολουθήσουν την ιεροσύνη.


Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Αρχονταρίκι: "Σταυρωμένη αγάπη"


ΣΥΡΙΑ: ΟΜΙΧΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΑΓΩΓΗ!


MHTROPOLITESΣε πρωτόγνωρο δράμα παρατεταμένης διάρκειας, που θυμίζει θρίλερ του Νταν Μπράουν, εξελίσσεται η υπόθεση απαγωγής των χριστιανών θρησκευτικών ηγετών του Πατριαρχείου Αντιοχείας, του Ελληνορθόδοξου μητροπολίτη Χαλεπίου και Αλεξανδρέττας κ. Παύλου (Ιάζιτζι) και του Συρορθοδόξου μητροπολίτου Χαλεπίου κ. Ιωάννου (Ιπραχίμ), οι οποίοι απήχθησαν την προηγούμενη Δευτέρα επιστρέφοντας στο Χαλέπι, μετά την εκπλήρωση ανθρωπιστικής αποστολής.
 Το πρωτοφανές εκκλησιαστικό «σίριαλ» πνίγηκε στο αίμα όταν χθες το πρωί δόθηκε στο διαδίκτυο ανατριχιαστικό βίντεο, στο οποίο εικονίζεται κατασφαγμένος ο οδηγός του Συρο-Ιακωβίτη μητροπολίτη Χαλεπίου, ενώ άγνωστος κρατά την ταυτότητα με τη φωτογραφία του, πιστοποιώντας, σχεδόν πανηγυρίζοντας τη μακάβρια αποκάλυψη.
 Το σώμα του δολοφονημένου έχει υποστεί κακοποίηση, ενώ το πρόσωπό του είναι παραμορφωμένο. Φερόμενος ως νεκρός είναι ο Fathalla Robben Kabbout ή Fautuh, διάκονος και πατέρας τριών παιδιών.
 Ο βοηθός του αγνοούμενου Συρορθόδοξου ιερωμένου από την πρώτη στιγμή θεωρήθηκε σκοτωμένος, αφού μαρτυρίες παρουσίαζαν βέβαιη την εκτέλεσή του με μια σφαίρα στο κεφάλι κατά την αποχώρηση των ισλαμοφασιτών Τσετσένων (Τσετσένοι τζιχαντιστές), όπως αρχικά είχε ειπωθεί. Η κηδεία του άτυχου εκκλησιαστικού «υπασπιστή» έγινε στο Χαλέπι, ιστορικό κέντρο του συριακού βορρά, μέσα σε κλίμα θρήνου από τα μέλη της οικογένειάς του. Πάντως, σύμφωνα με δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδος Δημήτρη Αβραμόπουλου στην αιματηρή ιστορία απαγωγής υπάρχει και δεύτερος νεκρός, αφού ο κ. Αβραμόπουλος, μιλώντας στη Βουλή, ανέφερε επιλέξει: «Εχουν χαθεί δύο ζωές και κάνουμε τα πάντα για να υπάρξει αίσια έκβαση».

ΣΕΒ. ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ: ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΙΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΕΣ ΤΗΣ «ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ» !


Διακονῶν τόν λαό τοῦ Θεοῦ εἶμαι ὑποχρεωμένος νά τόν προστατεύω ἀπό τήν παραχάραξη τῆς ἀλήθειας καί ἀπό τήν κίβδηλη πραγματικότητα. Αὐτό εἶναι τό χρέος κάθε Ὀρθοδόξου Ἱεράρχη. Γι’ αὐτό τό λόγο ὀφείλω νά ἀπαντήσω στίς συκοφαντίες πού ἐκτοξεύθησαν ἀπό τόν Γεν. Γραμματέα τοῦ κόμματος Λαϊκός Συναγερμός «Χρυσή Αὐγή» κ. Νίκο Μιχαλολιάκο στόν τηλεοπτικό σταθμό Kontra  καί ἀπό τόν Βουλευτή Ἐπικρατείας κ. Χρῆστο Παππᾶ στό ἱστολόγιό του, ὅτι δῆθεν ἐνεργῶ ὡς ἐντολοδόχος διεθνιστικῶν Σιωνιστικῶν κέντρων ἐπειδή διαμαρτυρήθηκα γιατί μέ πασίδηλες καί ὁμολογημένες ἐνέργειες καί δηλώσεις βουλευτῶν τους, τίς ὁποῖες πλήρως καλύπτουν οἱ ἀνωτέρω, ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ πολιτικός τους χῶρος ἀγωνίζεται γιά τήν ἐπιβολή τοῦ νεοπαγανισμοῦ τῆς Νέας Ἐποχῆς καί ὅτι ἐμφορεῖται ἀπό τίς ἰδεοληψίες τῶν σατανιστῶν ἀποκρυφιστῶν ὅπως ὁ Ἑωσφοριστής Ἄλιστερ Κρόουλι, ὁ Οὐίλιαμ Γιέιτς, ὁ Ἐντουαρτν Λῦτον, ὁ Ἄρθρουρ Μάχεν, ὁ Σάξ Ρόμερ, ὁ Ἄλτζερνον Μπλάκγουντ, ὁ Τσάρλς Οὐίλιαμς, ὁ Ὄστιν Σπέαρ, ὁ Οὐίλιαμ Χόρτον, ὁ Ἴσραελ Ριγκάρντι, ὁ Ζεράρ Ἀνκώς, κἄ.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2013

Το όραμα τού Χερουβικού άρματος τού προφήτη Ιεζεκιήλ

Ερμηνεία τού οράματος στο 1ο κεφάλαιο τού προφήτη Ιεζεκιήλ
Τού αγίου Νικολάου Καβάσιλα*


Ο μακαριστός π. Δανιήλ Γούβαλης, μας παρουσιάζει στο εξαιρετικό βιβλίο του ένα από τα (πολλά) ερμηνευτικά επίπεδα τής προφητείας τού Ιεζεκιήλ, που βρίσκουμε στο 1ο κεφάλαιο τού βιβλίου του. Το παρόν επίπεδο ερμηνείας, αναλυμένο από τον άγιο Νικόλαο Καβάσιλα, σχετίζεται με το Χριστιανικό Ευαγγέλιο, τους λειτουργούς, την προέλευσή του, και το περιεχόμενό του.

Εξήγησις στην όραση του προφήτου Ιεζεκιήλ, κατά την οποία πάνω στα τέσσερα ζώα υπήρχε ένα ομοίωμα θρόνου και πάνω στο ομοίωμα του θρόνου υπήρχε ένα ομοίωμα σαν είδος ανθρώπου.

Κάθε προφητεία και θεωρία και όρασις αποτελούσαν εικόνες του ερχομού του Σωτήρος στην γη. Και ολόκληρη η παλαιά Γραφή προς αυτό έχει την αναφορά της, σαν στο τέλος της. Άλλωστε και ολόκληρη η Γραφή λέγεται ότι παραλήφθηκε για την σωτηρία των ανθρώπων. Και σωτηρία των ανθρώπων αποτελεί μόνο ο Χριστός, διότι «η σωτηρία εκ των Ιουδαίων προέρχεται» (Ιωάν. 4, 22) όπως είπε ο Κύριος, ονομάζοντας τον εαυτό του σωτηρία.

Όλους αυτός μας έσωσε. Τους παλαιούς με τις προτυπώσεις και εικόνες της παρουσίας του, και τους νεότερους όντας ο ίδιος παρών και καθαρίζοντας. «Δεν μας έσωσε άγγελος ούτε άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος» (Ης. 63, 9), είπε κάποιος από εκείνους που έζησαν στον παλαιό Νόμο. Και ο Συμεών όταν είδε τον Κύριο είπε: «Είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου (= την σωτηρία σου)» (Λουκ. 2, 30). Και γενικά πολλές φορές στην Γραφή ο Χριστός ονομάζεται σωτήριον και σωτηρία.

Επίσης ο Κύριος λέγει, «σεις ερευνάτε τις Γραφές, διότι νομίζετε ότι μ’ αυτές θα έχετε αιώνια ζωή» (Ιωάν. 5, 39). Αιώνια ζωή ονομάζει την δική του επίγνωση. «Διότι αύτη είναι η αιώνια ζωή, να γνωρίζουν σένα τον μόνο αληθινό Θεό και εκείνον που απέστειλες, τον Ιησού Χριστό» (Ιωάν. 7, 3) λέγει ο Κύριος στον Πατέρα του.

Ώστε από αυτά γίνεται φανερό, ότι κάθε τμήμα της Γραφής εγράφθηκε για την παρουσία του Σωτήρος. Από το ένα μέρος έχουμε τις προφητείες, οι οποίες προέλεγαν μόνο γι' αυτόν, πράγμα που και ο Κύριος το δήλωσε, λέγοντας· «όλοι οι προφήτες επροφήτευσαν ως τον Ιωάννη» (Ματθ. 11,13), εμφανίζοντας έτσι τον εαυτό του ως υπόθεση των προφητών. Από το άλλο μέρος, έχουμε τον Νόμο, τις Ιστορίες και τις παραινέσεις που και επαίδευαν ηθικά τους ανθρώπους καθιστώντας τους άξιους να υποδεχθούν τον Σωτήρα, και έδειχναν μυστικά κάποιες εικόνες από τον ερχομό Εκείνου στην γη.

Έχουμε ακόμη και τα οράματα των προφητών που ζωγράφισαν πιο τέλεια την ενανθρώπηση του Θεού και την επιστροφή των ανθρώπων με την πίστη προς αυτόν. Από αυτά δεν υπολείπεται καθόλου το όραμα του Ιεζεκιήλ, που έδειξε τον Σωτήρα να έρχεται στους ανθρώπους, καθώς και τον δρόμο που έκαναν οι Απόστολοι για το Ευαγγέλιο και την δύναμη του κηρύγματος. Εννοώ το δράμα που είδε, κατά τον χρόνο της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ, στον ποταμό Χοβάρ. Σ' αυτό μυήθηκε σχεδόν σ' όλα τα σχετικά με τον Σωτήρα, όπως θα φανεί καθώς θα εξετάζουμε ένα - ένα αυτά που είδε.


1,2. «Συνέβη κατά το τριακοστό έτος μου, την πέμπτη ημέρα του τετάρτου μήνα, ενώ ήμουνα ανάμεσα στους αιχμαλώτους στον ποταμό Χοβάρ, ν' ανοιχθούν οι ουρανοί˙ και αντίκρισα όραση Θεού, κατά την πέμπτη ημέρα του μήνα. Αυτό το έτος είναι το πέμπτο της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ» (στ. 1).

1,2 Και εγένετο εν τω τριακοστω έτει, εν τω τετάρτω μηνί πέμπτη του μηνός και εγώ ήμην εν μέσω της αιχμαλωσίας επί του ποταμού του Χοβάρ, και ηνοίχθησαν οι ουρανοί, και είδον οράσεις Θεού 2 πέμπτη του μηνός (τούτο το έτος το πέμπτον της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωακείμ) (Ο΄).

1,2 Εν τω τριακοστώ έτει, τω τετάρτω μηνί, τη πέμπτη του μηνός, ενώ ήμην μεταξύ των αιχμαλώτων παρά τον ποταμόν Χεβάρ, ηνοίχθησαν οι ουρανοί και είδον οράματα του Θεού· 2 τη πέμπτη του μηνός του έτους τούτου, του πέμπτου της αιχμαλωσίας του βασιλέως Ιωαχείν, (Μασοριτικό – Βάμβας).

Όλο αυτό το όραμα δίδαξε στον προφήτη την οικονομία («Οικονομία» εδώ σημαίνει την σάρκωση του Υιού του Θεού και όλο το επί γης κοσμοσωτήριο έργο του) του Σωτήρος.

Το ότι είδε το δράμα «εν μέσω της αιχμαλωσίας», «ανάμεσα στους αιχμαλώτους», τον δίδαξε ότι ο ερχόμενος Σωτήρ επεδήμησε για να απαλλάξει τους ανθρώπους από την αιχμαλωσία, και όπως το είπε ο προφήτης «για να κηρύξει στους αιχμαλώτους την άφεση» (Ησ. 61, 1). Αλλά και ο χρόνος της αιχμαλωσίας, κατά τον οποίο αντίκρισε αυτά ο προφήτης κρύβει μία εικόνα των καιρών κατά τους οποίους ήρθε ο Σωτήρ στους ανθρώπους που ήταν ακόμη δούλοι της αμαρτίας. Ο χρόνος «ήταν το πέμπτο έτος». Και ο Κύριος, τους ανθρώπους που ήδη επί πέντε χιλιάδες και πεντακόσια πέντε έτη περιπλανιόνταν μακριά από την πατρίδα (Εννοεί την άνω Ιερουσαλήμ, δηλαδή τον Παράδεισο.) και ήταν σκλαβωμένοι στην κακία, τους επισκέφθηκε στην γη, τους ελευθέρωσε και τους έδωσε την αρχαία πόλη (Εννοεί την άνω Ιερουσαλήμ, δηλαδή τον Παράδεισο).

Η αιχμαλωσία των Εβραίων εικονίζει την πνευματική αιχμαλωσία όλων των ανθρώπων, και ο χρόνος της μιας τον χρόνο της άλλης. Εκείνο δε που είδε ο προφήτης στο δράμα εικονίζει τον Σωτήρα και όλη του την πρόνοια για τους ανθρώπους.

«Στον ποταμό». Ο ποταμός σημαίνει το ότι με το νερό (Δηλαδή με το νερό του βαπτίσματος) βρήκαμε την ελευθερία.

«Συνέβη ν' ανοιχθούν οι ουρανοί». Αυτό σημαίνει ότι όσοι είναι στον ουρανό θα επικοινωνήσουν με τους ανθρώπους, και οι άνθρωποι θα κληρονομήσουν την άνω Ιερουσαλήμ. Διότι ο ερχόμενος Σωτήρ θα εγκαινίαση αυτοπροσώπως τους δρόμους- και αυτούς που από τους αγγέλους κατεβάζουν στους ανθρώπους και αυτούς που από μας ανε­βάζουν σ' εκείνους. Αυτό έγινε καθώς κατέβηκε τον ένα δρόμο με την ενσάρκωσή του, και καθώς τον ανέβηκε πάλι ένδοξα μαζί με την σάρκα που προσέλαβε. Γι' αυτό ανοίχθηκαν οι ουρανοί στον προφήτη για να εικονίζουν τον ερχομό του Σωτήρος στην γη. «Διότι ο Κύριος θα κα­τάργηση το μεσότοιχο» (Εφ. 2, 14) και δεν θα υπάρχει κανένας τοίχος ανάμεσα στον Θεό και σε μας.


2-4: «Και μίλησε ο Κύριος προς τον Ιεζεκιήλ, τον γιο του Βουζεί τον Ιερέα, στην χώρα των Χαλδαίων, στον ποταμό Χοβάρ. Και έπεσε πάνω μου το χέρι του Κυρίου, και είδα» (στ. 2).

2-4: και εγένετο λόγος Κυρίου προς Ιεζεκιήλ υιόν Βουζεί, τον ιερέα, εν γη Χαλδαίων επί του ποταμού του Χοβάρ· 3 και εγένετο επ' εμέ χειρ Κυρίου, 4 και είδον (Ο΄)

2-4: έγεινε ρητώς λόγος Κυρίου προς τον Ιεζεκιήλ υιόν του Βουζεί τον ιερέα, εν τη γη των Χαλδαίων παρά τον ποταμόν Χεβάρ, και εκεί εστάθη η χειρ του Κυρίου επ' αυτόν. 4 Και είδον (Μασοριτικό – Βάμβας).

Ο ίδιος ο Κύριος έδειξε τον εαυτό του στον προφήτη σύμφωνα με την υπόσχεση που έδωσε σ' όσους τον αγαπούν. Διότι αφού είπε, «εκείνος που με αγαπά θ' αγαπηθεί από τον πατέρα μου, και εγώ θα τον αγαπήσω», πρόσθεσε, «και θα εμφανίσω σ' αυτόν τον εαυτό μου» (Ιωάν. 14, 21). Γι' αυτό, λέει, «εγένετο λόγος Κυρίου», «μίλησε ο Κύριος προς τον Ιεζεκιήλ. Και έπεσε πάνω μου το χέρι του Κυρίου». Αυτά φανέρωναν τον Σωτήρα, ο οποίος είναι και ο Λόγος του Πατρός και δύναμις. Διότι μ' αυτόν δημιούργησε τα πάντα. Και γι' αυτό ο Σωτήρ ονομάζεται «χέρι του Κυρίου» και «βραχίονας» και «δεξιό χέρι» κττ.



4: «...Και ξαφνικά, ένα πνεύμα, δηλ. ένας ανεμοστρόβιλος, ερχόταν από τον βορρά και μέσα σ' αυτόν σύννεφο μεγάλο και λάμψις γύρω του και φωτιά που έβγαζε αστραπές. Στην μέση του ανεμοστρόβιλου υπήρχε κάτι που φαινόταν σαν ήλεκτρο! (Το ήλεκτρο είναι μείγμα χρυσού και αργύρου, τέσσερα μέρη χρυσού και ένα αργύρου. Κατά τον Σουΐδα το ήλεκτρο είναι «άλλος τύπος χρυσού αναμειγμένου με γυαλί και λιθεία». Κατά την εγκυκλοπαίδεια της Υδρίας είναι «χρυσός με αργυροειδείς ραβδώσεις». Και «έχει χρώμα χλωμό κίτρινο έως κιτρινόλευκο».) που ήταν στην μέση της φωτιάς και φεγγοβολούσε» (στ. 4).

4: και ιδού πνεύμα εξαίρον ήρχετο από βορρά, και νεφέλη μεγάλη εν αυτώ, και φέγγος κύκλω αυτού και πυρ εξαστράπτον, και εν τω μέσω αυτού ως όρασις ηλέκτρου (Ο΄).

4: και ιδού πνεύμα εξαίρον ήρχετο από βορρά, και νεφέλη μεγάλη εν αυτώ, και φέγγος κύκλω αυτού και πυρ εξαστράπτον, και εν τω μέσω αυτού ως όρασις ηλέκτρου (Μασοριτικό – Βάμβας).

«Ένα πνεύμα, δηλαδή ένας ανεμοστρόβιλος, ερχόταν», ο οποίος κινούσε αυτό που φαινόταν στο όραμα. Τούτο αντιστοιχεί μ' εκείνο που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο- «εκείνο που γεννήθηκε μέσα της προέρχεται από το Άγιον Πνεύμα» (Ματθ. 1, 20).

«Από τον βορρά». Αυτό αναφέρεται στον Υιό του Θεού, που βρίσκεται στα δεξιά του Πατρός, αφού ο Πατήρ ονομάζεται «ανατολή» (Ψαλμ. 67, 33). Ο Θεός Πατήρ νοείται ότι βρίσκεται στην ανατολή και βλέπει προς την δύσι εποπτεύοντας τα ταπεινά. Κατά συνέπεια το βόρειο μέρος νοείται στα δεξιά.

«Και σύννεφο γύρω του». Το σύννεφο υποδηλώνει το Άγιο Πνεύμα. Σε πολλά μέρη της Γραφής το Άγιο Πνεύμα δηλώνεται με νεφέλη. Αυτό δημιούργησε το άγιο εκείνο σώμα στην κοιλιά της αγίας Παρθένου. Αυτό ήταν μαζί με τον Σωτήρα αφανώς μέχρι την ημέρα της δημοσίας εμφανίσεώς του, και φανερότερα αργότερα, τότε που τον εδόξαζε επιτελώντας έργα που μόνο σε Θεό ταιριάζουν. Και γι' αυτό φαινόταν άλλοτε μεν σαν πνεύμα και άλλοτε σαν σύννεφο γύρω από το εμφανισθέν στο δράμα. Και το σύννεφο ήταν «μεγάλο». Το μέγεθος της νεφέλης υποδηλώνει την θεότητα, την οποία όμοια φανερώνει και η λάμψις και η φωτιά που βγάζει αστραπές.

«Στην μέση αυτής της φωτιάς, που υπήρχε γύρω από το σύννεφο υπήρχε κάτι που φαινόταν σαν ήλεκτρο». Το ήλεκτρο εικονίζει το σώμα του Σωτήρος που είναι όλο λάμψη και καθαρότητα και αντάξιο του μονογενούς Υιού. Το φεγγοβόλημα του ήλεκτρου εικονίζει την θεότητα την κρυμμένη στην ανθρώπινη φύση.


5-7: «Και στην μέση της νεφέλης υπήρχε ομοίωμα τεσσάρων ζώων. Όλα έμοιαζαν με άνθρωπο (κατά το σώμα). Το καθένα είχε τέσσερα πρόσωπα και το καθένα είχε τέσσερα φτερά. Και τα σκέλη των ποδιών τους ήταν όρθια, και τα πόδια τους ήταν φτερωτά και σπινθηροβολούσαν σαν αστραφτερός χαλκός» (στ. 5-7).

5-7: 5 και εν τω μέσω ως ομοίωμα τεσσάρων ζώων, και αύτη η όρασις αυτών· ομοίωμα ανθρώπου επ ‘ αυτοίς, 6 και τέσσαρα πρόσωπα τω ενί, και τέσσαρες πτέρυγες τω ενί. 7 και τα σκέλη αυτών ορθά, και πτερωτοί οι πόδες αυτών, και σπινθήρες ως εξαστράπτων χαλκός, και ελαφραί αι πτέρυγες αυτών. (Ο΄).

5-7: 5 Και εκ μέσου αυτού εφαίνετο τεσσάρων ζώων ομοίωμα. Και η θέα αυτών ήτο αύτη· είχον ομοίωμα ανθρώπου. 6 Και έκαστον είχε τέσσαρα πρόσωπα και έκαστον αυτών είχε τέσσαρας πτέρυγας. 7 Και οι πόδες αυτών ήσαν πόδες ορθοί, και το ίχνος του ποδός αυτών όμοιον με ίχνος ποδός μόσχου· και εσπινθηροβόλουν ως όψις χαλκού στίλβοντος. (Μασοριτικό – Βάμβας).

Αυτό που υπήρχε στην μέση της νεφέλης, το ομοίωμα των τεσσάρων ζώων, εικονίζει τους κήρυκες του Ευαγγελίου οι οποίοι «έφεραν κι εβάσταζαν το όνομα του Σωτήρος ενώπιον εθνών και βασιλέων» (Πράξ. 9, 15). Είπαμε «έφεραν κι εβάσταζαν», διότι πάνω σ' αυτά είδε ο προφήτης ότι καθόταν ο Κύριος. Ο αριθμός «τέσσερα» σημαίνει ότι με το κήρυγμα περιόδευσαν όλη την οικουμένη. Το ότι φαίνονταν «στην μέση της νεφέλης» σημαίνει ότι οδηγούνταν από το Πνεύμα του Θεού. Τα «φτερά» δηλώνουν το πνεύμα της σοφίας που έκανε γρήγορο σ' αυτούς τον δρόμο του Ευαγγελίου. Το γεγονός ότι τα φτερά ήταν «τέσσερα» δηλώνει ότι «σ' ολόκληρη την γη διαδόθηκε ο φθόγγος τους και στις άκρες της οικουμένης τα λόγια τους» (Ψαλμ. 18, 5). Για το ότι ήταν «τέσσερα» αυτά που μιλούσαν για τον Σωτήρα, πράγμα που δηλωνόταν με τα πρόσωπα των ζώων, θα μιλήσουμε ευθύς αμέσως.

«Και τα σκέλη των ποδιών τους ήταν όρθια». Μ' αυτό δηλώνεται ότι οι διδασκαλίες τους ήταν ίσιες και αληθινές. Επίσης σημαίνεται ότι δεν κάμφθηκαν και δεν υποβαθμίσθηκαν στον ζήλο του κηρύγματος, παρ' όλο που τους βρήκαν πολλές δυσχέρειες. Επίσης δηλώνεται ότι το ήθος τους ήταν ανώτερο κι ελεύθερο. Δεν εργάσθηκαν από φόβο ούτε προσκύνησαν τους άρχοντες της γης, οι οποίοι «μπορούν μόνο να φονεύσουν το σώμα, ενώ την ψυχή δεν μπορούν να την βλάψουν» (Ματθ. 10, 28).

«Και τα πόδια τους ήταν φτερωτά». Αυτό θέλει να πει ότι σε σύντομο χρόνο περιόδευσαν ολόκληρη την οικουμένη. Και θέλει να πει ακόμη, πως λίγο λογάριαζαν την ανάγκη γήινης βοήθειας, στον δρόμο του κηρύγματος, αφού τα φτερά της θείας Χάριτος τους ξαλάφρωναν, και μόνα αυτά τους ήταν αρκετά για τον δρόμο τους.

«Και σπινθηροβολούσαν όχι σαν φως ή σαν φωτιά, αλλά «σαν αστραφτερός χαλκός». Αυτό δείχνει ότι δεν ήταν αυτά το φως, όπως το λέει και η Γραφή, αλλά ήταν μόνο οι κήρυκες του φωτός (πρβλ. Ιωάν. 1, 8).


8-9: «Και τα φτερά τους ήταν ελαφρά. Και κάτω από τα φτερά τους υπήρχαν χέρια ανθρώπινα στα τέσσερα μέρη τους. Και τα πρόσωπά τους που ήταν το ένα δίπλα στο άλλο και τα φτερά τους που ακουμπούσε το ένα πάνω στο άλλο δεν έκαναν στροφή όταν προχωρούσαν, διότι το κα­θένα προχωρούσε με την βοήθεια του προσώπου που αν­τιστοιχούσε στην νέα κατεύθυνση της πορείας» (στ. 7-9).

8-9: και χειρ ανθρώπου υποκάτωθεν των πτερύγων αυτών επί τα τέσσαρα μέρη αυτών· και τα πρόσωπα αυτών των τεσσάρων 9 ουκ επεστρέφοντο εν τω βαδίζειν αυτά, έκαστον απέναντι του προσώπου αυτών επορεύοντο. (Ο΄)

8-9: Και είχον χείρας ανθρώπου υποκάτωθεν των πτερύγων αυτών, εις τα τέσσαρα αυτών μέρη· και τα τέσσαρα είχον τα πρόσωπα αυτών και τας πτέρυγας αυτών. 9 Αι πτέρυγες αυτών συνείχοντο η μία μετά της άλλης· δεν εστρέφοντο ενώ εβάδιζον· κατέναντι του προσώπου αυτών επορεύοντο έκαστον. (Μασοριτικό – Βάμβας).

«Τα φτερά των ζώων ήταν ελαφρά». Αυτό θέλει να δείξει: Πρώτον, ότι το κήρυγμα προχωρούσε άνετα και γρήγορα. Δεύτερον, ότι ο λόγος του Ευαγγελίου δεν είχε τίποτε το γήινο, τίποτε που να κοιτάζει προς τα κάτω. Και τρίτον, ότι οι μακάριοι Απόστολοι καθορίζοντας τις ηθικές υποχρεώσεις των ανθρώπων δεν επρόβαλλαν κάτι το σκληρό και βαρύ, διότι όπως λέει ο Κύριος, «οι εντολές μου δεν είναι βαρείες και ο ζυγός μου είναι καλός και το φορτίο μου ελαφρό» (Ματθ. 11, 30).

Τα ανθρώπινα χέρια κάτω από τα φτερά των ζώων υποδηλώνουν ότι η ανθρώπινη δύναμις δεν συμβάλλει καθόλου στο να διανυθεί ο δρόμος. Και όχι μόνο αυτό, αλλά και ότι καλύπτεται από την θεϊκή δύναμη. Γι' αυτό οι Απόστολοι με την σοφία του Αγίου Πνεύματος που είχαν και με τα υπερφυσικά έργα που επιτελούσαν, δεν έδειχναν για άνθρωποι. Έτσι λοιπόν οι Έλληνες ενόμισαν ότι ο Παύλος και ο Βαρνάβας ήταν θεοί (Πράξ. 14, 11). Αλλά και τους άλλους Αποστόλους τους πρόσεχαν σαν να ήταν κάτι περισσότερο από άνθρωποι.

«Και τα φτερά τους ακουμπούσαν το ένα στο άλλο και ενώνονταν». Με αυτό υποδηλωνόταν:

Πρώτον, ότι τα λόγια γύρω από την ένσαρκη οικονομία του Χριστού συνενώνονται και αναφέρονται στο ένα πρόσωπο του Κυρίου Ιησού και όχι σε δύο, όπως ενόμισε ο Νεστόριος (Ενώ η Ορθόδοξος διδασκαλία δέχεται ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις η θεϊκή και η ανθρώπινη, και ότι οι δύο αυτές φύσεις ενώνονται στο ένα πρόσωπο του Θεού - Λόγου, δηλαδή του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, ο Νεστόριος, ο οποίος στις αρχές του Ε' μ.Χ. αιώνος ήταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, δίδασκε διαφορετικά: δύο φύσεις και δύο πρόσωπα. Την μητέρα του Χριστού δεν την δεχόταν σαν Θεοτόκο. Η αίρεσίς του καταδικάσθηκε από την Γ' Οικουμενική Σύνοδο που συ­νήλθε στην Έφεσο το 431 μ.Χ.).

Δεύτερον, ότι οι Απόστολοι κήρυτταν στους ανθρώπους την ειρήνη και σ' αυτήν τους παιδαγωγούσαν. Από το ένα μέρος εκήρυτταν ότι ο Θεός συμφιλιώθηκε με τους ανθρώπους. «Συμφιλιωθήκαμε με τον Θεόν», λέει ο Απόστολος, «με τον θάνατο του Υιού του» (Ρωμ. 5, 10). Και από το άλλο μέρος παιδαγωγούσαν τους ανθρώπους στην ειρήνευσι με τον εαυτό τους και με τους άλλους. «Επιδιώκετε ειρήνη», λέει ο Απόστολος, «και τον αγιασμό, διότι χωρίς αυτόν κανείς δεν θα δη τον Κύριο» (Εβρ. 12, 14). Αυτά βέβαια φέρουν την διπλή ειρήνη, αυτήν που εγκαθίσταται μέσα μας και αυτήν που έχουμε στην σχέση μας με τους άλλους ανθρώπους. Έτσι βέβαια διέταξε ο Σωτήρ. «Να ειρηνεύετε μέσα σας και να έχετε αγάπη μεταξύ σας» (Πρβλ. Μαρκ. 9, 50). Επίσης λέγοντας ο Απόστολος, «επιδιώκετε ειρήνη», μας διδάσκει για την ειρήνη μεταξύ μας· «και τον αγιασμόν», για την ειρήνη με τον εαυτό μας. Ο αγιασμός θέλει να δείξει καθαρό και εγκρατή και άγιο βίο, ενώ η ειρήνη της ψυχής δηλώνει ότι τα κατώτερα που έχουμε μέσα μας δεν επαναστατούν στα ανώτερα.

Τρίτον, ότι οι Απόστολοι είχαν «μία καρδιά και μία ψυχή», όπως ακριβώς και όλοι οι πιστοί, καθώς είναι γραμμένο στις Πράξεις (4, 32).

Και τέταρτον, ότι αυτό που κηρύττεται είναι ένα και απλούν, εφ' όσον αυτό είναι ο Θεός.

«Και όταν προχωρούσαν δεν έκαναν στροφές, δεν επέστρεφαν», διότι (οι Απόστολοι) δεν άφηναν εκτεθειμένα τα νώτα στους εχθρούς και διότι δεν τους νίκησε η κακία, ώστε να τους κάνη να στραφούν προς τα πίσω, αλλά «το καθένα πορευόταν σε ευθεία κατεύθυνση απέναντι του προσώπου του» (στ. 9).


10 – 12: «Να, οι μορφές των ομοιωμάτων των προσώπων τους. Ήταν και στα τέσσερα πρόσωπο ανθρώπου και δεξιά του πρόσωπο λιονταριού και στα τέσσερα· αριστερά του πρόσωπο μόσχου και στα τέσσερα˙ και κατόπιν πρόσωπο αετού και στα τέσσερα (στ. 10). Τα πρόσωπα τους και τα φτερά τους ήταν και στα τέσσερα υψωμένα και απλωμένα προς τα πάνω. Στο καθένα δύο φτερά ακουμπούσαν στις άκρες των φτερών των άλλων και ενώνονταν, και τα άλλα δύο φτερά συμμαζεμένα σκέπαζαν το σώμα τους (στ. 11). Και καθένα πορευόταν σε ευθεία κατεύθυνση απέναντι του προσώπου του. Εκεί που κατευθυνόταν ο ισχυρός άνεμος, πορεύονταν κι αυτά, χωρίς να στρέφουν τις κεφαλές τους» (στ. 12).

10 – 12: και ομοίωσις των προσώπων αυτών πρόσωπον ανθρώπου και πρόσωπον λέοντος εκ δεξιών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον μόσχου εξ αριστερών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον αετού τοις τέσσαρσι. 11 και αι πτέρυγες αυτών εκτεταμέναι άνωθεν τοις τέσσαρσιν, εκατέρω δύο συνεζευγμέναι προς αλλήλας, και δύο επεκάλυπτον επάνω του σώματος αυτών. 12 και εκάτερον κατά πρόσωπον αυτού επορεύετο· ου αν ην το πνεύμα πορευόμενον, επορεύοντο και ουκ επέστρεφον. (Ο΄)

10 – 12: και ομοίωσις των προσώπων αυτών· πρόσωπον ανθρώπου και πρόσωπον λέοντος εκ δεξιών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον μόσχου εξ αριστερών τοις τέσσαρσι και πρόσωπον αετού τοις τέσσαρσι. 11 και αι πτέρυγες αυτών εκτεταμέναι άνωθεν τοις τέσσαρσιν, εκατέρω δύο συνεζευγμέναι προς αλλήλας, και δύο επεκάλυπτον επάνω του σώματος αυτών. 12 και εκάτερον κατά πρόσωπον αυτού επορεύετο· ου αν ην το πνεύμα πορευόμενον, επορεύοντο και ουκ επέστρεφον. (Μασοριτικό – Βάμβας).

Τα πρόσωπα των ζώων έχουν να μας παρουσιάσουν αλληγορικά, λόγια και νοήματα για τον Χριστό. Με την κεφαλή συμβολίζεται ο νους, ο οποίος ονομάζεται ηγεμών, αφού η Γραφή την κεφαλή την χαρακτηρίζει σαν αρχηγό και ηγεμόνα: «θα αφαιρέσω από την Ιερουσαλήμ κεφαλή και ουρά» (Ης. 9, 14), δηλαδή αρχηγό και υπήκοο. Συμβολίζει επίσης η κεφαλή τον νου, επειδή μ' αυτήν ενεργεί ο νους. Συνηθίζει βέβαια πολλές φορές η Γραφή, από τα όργανα, να ονομάζει εκείνο που ενεργεί μ' αυτά. Παράδειγμα ο Δαβίδ, ο οποίος το συναισθηματικό μέρος της ψυχής και το επιθυμητικό τα ονομάζει καρδιά και νεφρά -«ο Θεός που έρευνα την καρδιά και τα νεφρά» (Ψαλμ. 7, 10).

Με το πρόσωπο συμβολίζεται το φανέρωμα του νου, δηλαδή ο λόγος που προφέρεται και φανερώνει τις κρυπτόμενες σκέψεις, αφού βέβαια ο λόγος αποτελεί εξεικόνισμα της σκέψεως, καθόσον την τυπώνει κατά κάποιο τρόπο με την ομιλία και της δίνει φόρμα και σχήμα. Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι τα πρόσωπα των ζώων συμβολίζουν τους λόγους που είπαν οι Απόστολοι για τον Χριστό. Έλεγαν βέβαια γι' αυτόν όσα γνώριζαν και γνώριζαν όσα έπρεπε.

Και έπρεπε να γνωρίζουν για τον Κύριο:

Πρώτον, ότι (δεν ήταν μόνο Θεός, αλλά) και άνθρωπος. Αυτό δη­λωνόταν στο όραμα, με το πρόσωπο του ανθρώπου.

Δεύτερον, ότι αυτός ήταν ο αναμενόμενος απόγονος του Δαβίδ που θα ερχόταν για να ελευθέρωση τους ανθρώπους, πράγμα που το δήλωνε το πρόσωπο του λιονταριού. Η Γραφή αναφέρει σχετικά: «Είσαι σκύμνος (Σκύμνος σημαίνει λιονταρόπουλο, νεαρό λιοντάρι. Το νεαρό λιοντάρι είναι γεμάτο ζωτικότητα και δύναμη. Έτσι συμβολίζεται εδώ στην προφητεία του γέροντος Πατριάρχου Ιακώβ ο Μεσσίας.) λιονταριού˙ από βλαστόν, υιε μου, ανεβλάστησες» (Λιοντάρι ο Δαβίδ και σκύμνος λιονταριού, ο Χριστός. Βλαστός ο Δαβίδ και αναβλάστημά του ο Χριστός. Πρβλ. και Ησαΐα, «και θα εξέλθει ραβδί από την ρίζα του Ιεσσαί, και άνθος από την ρίζα θ' αναβλαστήση» (11, 1). Ιεσσαί είναι ο πατέρας του Δαβίδ. Σύμφωνα με το Μασοριτικό κείμενο της Π. Διαθήκης το «από βλαστόν, υιέ μου αναβλάστησες» έχει διαφορετικά: «από το θήραμα, υιέ μου, ανέβηκες».) (Γεν. 49, 9).

Τρίτον, ότι ο Χριστός είναι βασιλεύς, και μάλιστα ανώτερος όλων των βασιλέων της γης. Αυτό συμβολιζόταν στο δράμα με το πρόσωπο του αετού. Επί πλέον με το πρόσωπο του αετού θα λέγαμε ότι υποδηλώνεται (ότι ο Χριστός όλα τα γνωρίζει και τα βλέπει). Επειδή ιδιαίτερα ο αετός έχει απ' όλα τα ζώα το οξύτερο βλέμμα, συμβολίζει επιτυχώς την ανώτερη από όλα Σοφία (Η «Σοφία» αποτελεί όνομα του Υιού του Θεού.) του Πατρός, την θεότητα του Σωτήρος. Άλλωστε και το όνομα «Θεός», όπως ισχυρίζονται οι θεολόγοι, προέρχονται από το «θεώμαι» (Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, στο έργο του «Περί του μη είναι τρεις Θεούς, προς Αβλάβιον» σημειώνει: «Μία από τις ενέργειες του Θεού, είναι η εποπτική και ορατική, θα την λέγαμε θεατική. Μ' αυτήν παρατηρεί τα πάντα και εποπτεύει τα πάντα. Βλέπει τις σκέψεις και διεισδύει με την παρατηρητική του δύναμη στα αθέατα. Γι' αυτό έχουμε την γνώμη ότι ο Θεός ονομάσθηκε έτσι από την θέα... Αυτά που βλέπονται λέγονται θεατά, και αυτός που τα βλέπει λέγεται Θεός».).

Και τέταρτον, ότι ο Χριστός είναι Ιερεύς και ότι θυσιάσθηκε. Αυτός ο ίδιος πρόσφερε τον εαυτό του θυσία και καθάρισε με το δικό του αίμα τις αμαρτίες του κόσμου. Αυτά τα έδειχνε το πρόσωπο του μόσχου.

Με το νου τους βέβαια οι Απόστολοι εγνώριζαν ποιος ήταν ο Κύριος. Αυτό συμπεραίνεται και από τον λόγο που είπε ο μακάριος Παύλος- «εμείς έχουμε νου Χριστού» (Α' Κορ. 2, 16). Και η γλώσσα τους με τα λόγια έδινε σχήμα και μορφή στο περιεχόμενο του νου. Έτσι εμφάνιζε στους ανθρώπους ποια ιδέα είχαν αυτοί για τον Σωτήρα. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, τα πρόσωπα των ζώων δίδαξαν στον προφήτη τα λόγια που οι Απόστολοι είπαν για τον Σωτήρα.

Δύο φτερά σκέπαζαν τα σώματα των ζώων. Αυτά δήλωναν στον καθένα εκείνο που είπα και για (τα φτερά που ήταν πάνω από) τα χέρια, ότι δηλαδή οι Απόστολοι φαίνονταν ανώτεροι από την ανθρώπινη φύση, γιατί η θεϊκή δύναμις (που εικονίζεται με τα φτερά) απέκρυβε την ανθρώπινη αδυναμία (που εικονίζεται με τα σώματα των ζώων).

«Και πορεύονταν όπου πορευόταν το πνεύμα, (δηλ. ο άνεμος)» (στ. 12), διότι «οδηγούντο από το Πνεύμα του Θεού» (Δηλαδή: Τα τέσσερα ζώα δεν καθόριζαν αυτά την πορεία τους, αλλά το πνεύμα, ο άνεμος, για να συμβολίζεται έτσι ότι οι κήρυκες του Ευαγγελίου δεν ρυθμίζουν οι ίδιοι την Ιεραποστολική τους πορεία, αλλά το Άγιο Πνεύμα. Αυτό εμπνέει και οδηγεί τα βήματά τους.) (Ρωμ. 8, 14).


13,14: «Στην μέση των ζώων φαινόταν κάτι που έμοιαζε με αναμμένα κάρβουνα, κάτι που έμοιαζε με φλόγες που κυμάτιζαν και περιστρέφονταν στην μέση των ζώων και φαινόταν φεγγοβόλημα φωτιάς και από την φωτιά ξεπετάγονταν κάποιες ισχυρές λάμψεις που έμοιαζαν με αστραπές» (στ. 13). «Και τα ζώα έτρεχαν και γύριζαν πίσω σαν το βεζέκ» (=σαν την αστραπή) (Ο στίχος αυτός απουσιάζει από το κείμενο των Ο'. Υπάρχει όμως σε άλλα, όπως στο Μασσωριτικό και στην Βουλγάτα.) (στ. 14).

13,14: και εν μέσω των ζώων όρασις ως ανθράκων πυρός καιομένων, ως όψις λαμπάδων συστρεφομένων αναμέσον των ζώων και φέγγος του πυρός, και εκ του πυρός εξεπορεύετο αστραπή. (Ο΄).

13,14: Περί δε του ομοιώματος των ζώων, η θέα αυτών ήτο ως καιόμενοι άνθρακες πυρός, ως θέα λαμπάδων· τούτο συνεστρέφετο μεταξύ των ζώων· και ήτο το πυρ λαμπρόν, και αστραπή εξήρχετο από του πυρός. 14 Και τα ζώα έτρεχον και επέστρεφον ως η θέα της αστραπής. (Μασοριτικό – Βάμβας).

(Εδώ συμβολίζεται) το έργο των Αποστόλων, το οποίο ήταν ν' ανάβουν την φωτιά εκείνη που ήρθε ο Κύριος ν' ανάψει στην γη. «Στην μέση των ζώων φαινόταν κάτι που έμοιαζε με αναμμένα κάρβουνα». (Αυτή η φωτιά δεν τα έκαιε τα ζώα), γιατί δεν ήταν φωτιά που καταστρέφει και αφανίζει, αλλά που ζωοποιεί και φωτίζει. Φαίνονταν λοιπόν φλόγες που κυμάτιζαν και περιστρέφονταν με αστραφτερό φεγγοβόλημα φωτιάς- και από την φωτιά ξεπετάγονταν κάποιες ισχυρές λάμψεις που έμοιαζαν με αστραπές- και τα ζώα έτρεχαν και γύριζαν πίσω σαν το βεζέκ, που σημαίνει ταχύτατα σαν αστραπή. Μ' αυτό οπωσδήποτε δηλώνεται το έργο των Αποστόλων, ότι δηλαδή θα γυρίσουν όλη την γη για να κηρύξουν τον λόγο- και ότι αυτό θα γίνει με ταχύτητα˙ και ότι πουθενά δεν θα πτοηθούν από τους αντίθετους που αντιστέκονται (στον λόγο του Ευαγγελίου).


15-17: «Και κοίταξα και είδα έναν τροχό πάνω στην γη που βρισκόταν άμεσα συνδεδεμένος με τα τέσσερα ζώα (Είναι οι τροχοί του χερουβικού άρματος. Και με τους τροχούς αυτούς παριστάνονται άγγελοι). Η εμφάνισις και η κατασκευή των τροχών έμοιαζε με θαρσίς (Πρόκειται για πολύτιμο πετράδι, μάλλον για χρυσόλιθο. Η ονομασία οφείλεται στην Θαρσίς, αποικία των Φοινίκων στην Ισπανία, απ' όπου κουβαλούσαν στην Τύρο χρυσό, χρυσαφικά και ασημικά). Οι τέσσερις τροχοί ήταν όμοιοι. Φαίνονταν κατασκευασμένοι σταυρωτά, ο ένας δηλαδή μέσα στον άλλο. Και πορεύονταν στις τέσσερις διευθύνσεις, χωρίς να κάνουν στροφή, όταν άλλαζε η πορεία τους˙ ούτε η στεφάνη των τροχών έκανε στροφή» (στ. 15-18α).

15-17: και είδον και ιδού τροχός εις επί της γης εχόμενος των ζώων τοις τέσσαρσι· 16 και το είδος των τροχών ως είδος θαρσείς, και ομοίωμα εν τοις τέσσαρσι, και το έργον αυτών ην καθώς αν είη τροχός εν τροχω. 17 επί τα τέσσαρα μέρη αυτών επορεύοντο, ουκ επέστρεφον εν τω πορεύεσθαι αυτά. (Ο΄).

15-17: Και ως είδον τα ζώα, ιδού, τροχός εις επί την γην, πλησίον των ζώων εις τα τέσσαρα αυτών πρόσωπα. 16 Η θέα των τροχών και η εργασία αυτών ήσαν ως όψις βηρύλλου· και οι τέσσαρες είχον το αυτό ομοίωμα· και η θέα αυτών και η εργασία αυτών ήσαν ως εάν ήτο τροχός εν μέσω τροχού. 17 Ότε εβάδιζον, εκινούντο κατά τα τέσσαρα αυτών πλάγια· δεν εστρέφοντο ενώ εβάδιζον. (Μασοριτικό – Βάμβας).

Οι τροχοί που προστέθηκαν τώρα στο όραμα υποδηλώνουν την ευδρομία, (την καλή πορεία δηλαδή) του κηρύγματος. Επί πλέον συμβολίζουν τι μορφή είχαν τα λόγια των Αποστόλων, ότι άλλα δηλαδή από τα λόγια του κηρύγματος τους για τον Χριστό ήταν θεοπρεπή και άλλα ανθρώπινα. Αναφέρονταν σ' όλη την θεϊκή του και ανθρώπινη ενέργεια. Και σύμφωνα μ' αυτά τα λόγια έπαιρνε μορφή και σχήμα η κίνησις του κηρύγματος. Οι τροχοί έκαναν δύο κινήσεις, μια κυκλική (γύρω από τον εαυτό τους) και μία κατ' ευθείαν (όταν προχωρούσε και πετούσε το άρμα).

Η κατ' ευθείαν κίνησις δηλώνει την ανθρώπινη ενέργεια, η οποία αρχίζει με τον δικό της (ανθρώπινο) λόγο και τελειώνει μ' αυτόν. Η κυκλική δηλώνει την θεϊκή ενέργεια.

Ο κύκλος μάλιστα εικονίζει από πολλές πλευρές τον Θεό και τα θεϊκά πράγματα. Πρώτον, διότι είναι ένα σχήμα εντελώς ξεχωριστό από όλα τα άλλα σχήματα. Έπειτα από το ότι κλίνει και νεύει προς τα μέσα, προς τον εαυτό του, όπως ακριβώς ο νους (Ο νους στον άνθρωπο είναι ο οφθαλμός της ψυχής. Εικονίζει τον Θεό περισσότερο από κάθε άλλο. Οι Πατέρες ομιλούν για «κυκλική κίνηση του νου» που γίνεται στην αυτοσυγκέντρωση και στην νοερά προσευχή). Επίσης, διότι η κυλινδρική στεφάνη των τροχών εξ αίτιας του κυκλικού της σχήματος κινείται ταχύτατα, ακουμπώντας μόνο σε μία ευθεία. Όταν βέβαια η κίνησις γίνεται δια μιας και εκτός χρόνου, αυτό είναι ίδιον του Θεού. Όταν όμως γίνεται ταχύτατα, σε ελάχιστο χρόνο (όπως στην κυλινδρική στεφάνη των τροχών), αυτό είναι πράγμα που πλησιάζει αρκετά στον Θεό. Επίσης όταν η κίνησις γίνεται (πάνω από την γη και) πάνω από την ύλη, αυτό είναι εντελώς του Θεού. Όταν όμως γίνεται με το περισσότερο μέρος πάνω από την γη (όπως στον κύλινδρο των τροχών, αυτό πλησιάζει πάρα πολύ στα θεϊκά πράγματα.

«Και ομοίωμα εν τοις τέσσαρσι τροχοίς», δηλαδή ήταν όμοιοι μεταξύ τους και μάλιστα τόσο πολύ, ώστε οι τέσσερις να χαρακτηρίζονται σαν ένας: «Κοίταξα και είδα έναν τροχό πάνω στην γη». (Εδώ εικονίζεται το έργο των Αποστόλων, στο οποίο) παντού συναντούμε μία και όμοια δραστηριότητα, συναντούμε ενότητα και σύνδεσμο που οφείλεται στην σύμπνοια, στην ειρήνη και στο ότι όλοι κηρύττουν τον Θεό. Τούτο το δήλωσε ο προφήτης και με τα επόμενα λόγια: «Και η όρασις των τροχών και η κατασκευή τους και το έργο τους», δηλαδή η κίνησίς τους, «ήταν σε σχήμα σταυρωτό, ο ένας δηλαδή τροχός μέσα στον άλλο» (στ. 16). Έτσι η κίνησις των τροχών ήταν μία, όπως συμβαίνει όταν οι τροχοί έχουν το ίδιο κέντρο -«ομόκεντροι»- και παίρνουν στροφή από ένα άξονα (Και οι Απόστολοι είχαν τον ίδιο άξονα και το ίδιο κέντρο κινήσεως, που ήταν ο Χριστός· και το Άγιο Πνεύμα, που τους έστειλε την Πεντηκοστή. Και η σταυρωτή εμφάνισις των τροχών υποδηλώνει το κεντρικό κήρυγμα περί «Χριστού Εσταυρωμένου»). Αυτό σημαίνει «ο ένας τροχός μέσα στον άλλο».

«Και πορεύονταν προς τις τέσσερις διευθύνσεις τους» (στ. 17), που σημαίνει ότι «το κήρυγμα (των Αποστόλων) έφθασε ως τα πέρατα της οικουμένης» (Ψαλμ. 18, 5).


18-20: «Και οι τροχοί ήταν υψηλοί. Κοίταξα και τους είδα. Και η κάθε στεφάνη στους τέσσερις τροχούς ήταν γύρω - γύρω γεμάτη μάτια. Καθώς πορεύονταν τα ζώα, πορεύονταν μαζί τους και οι τροχοί. Και καθώς πετούσαν προς τα πάνω τα ζώα, πετούσαν μαζί τους και οι τροχοί. Σε οποίο σημείο κατευθυνόταν η νεφέλη, προς τα εκεί ήταν η πορεία (του άρματος). Πορεύονταν τα ζώα και οι τροχοί ακολουθούσαν πετώντας μαζί τους, γιατί οι τροχοί ήταν ζωντανά πλάσματα. (Οι τροχοί εικόνιζαν αγγελικές δυνάμεις, τα «πολυόμματα» Χερουβείμ. Αρκετές φορές στην Γραφή οι άγγελοι εικονίζονται με ίππους και με άρματα)» (στ. 18-20).

18-20: ουδ’ οι νώτοι αυτών, και ύψος ην αυτοίς· και είδον αυτά, και οι νώτοι αυτών πλήρεις οφθαλμών κυκλόθεν τοις τέσσαρσι. 19 και εν τω πορεύεσθαι τα ζωα επορεύοντο οι τροχοί εχόμενοι αυτών, και εν τω εξαίρειν τα ζώα από της γης εξήροντο οι τροχοί. 20 ου αν ην η νεφέλη, εκεί το πνεύμα του πορεύεσθαι· επορεύοντο τα ζωα και οι τροχοί και εξήροντο συν αυτοίς, διότι πνεύμα ζωής εν τοις τροχοίς. (Ο΄).

18-20: Οι δε κύκλοι αυτών ήσαν τόσον υψηλοί, ώστε έκαμνον φόβον· και οι κύκλοι αυτών πλήρεις οφθαλμών κύκλω των τεσσάρων τούτων. 19 Και ότε τα ζώα επορεύοντο, επορεύοντο οι τροχοί πλησίον αυτών· και ότε τα ζώα υψόνοντο από της γης, υψόνοντο και οι τροχοί. 20 Όπου ήτο να υπάγη το πνεύμα, εκεί επορεύοντο, εκεί το πνεύμα ήτο να υπάγη· και οι τροχοί υψόνοντο απέναντι τούτων, διότι το πνεύμα των ζώων ήτο εν τοις τροχοίς. (Μασοριτικό – Βάμβας).

«Και οι τροχοί ήταν υψηλοί», (που σημαίνει άτι οι Απόστολοι ήταν υψηλοί), διότι αυτό που κήρυτταν είχε μέγεθος και ύψος, διότι κήρυτταν τον Ύψιστο.

«Ήταν και φοβεροί» (Η φράσις αυτή απουσιάζει από την μετάφραση των Ο'. Υπάρχει όμως στο Μασσωριτικό κείμενο και σε άλλες μεταφράσεις) (στ. 18) (που σημαίνει ότι οι Απόστολοι) μερικές φορές χρειάσθηκε να χρησιμοποιήσουν τιμωρίες και πληγές σε ανθρώπους πολύ αναίσθητους και αχάριστους, όπως λ.χ. στον Ανανία.

«Και η κυλινδρική στεφάνη τους ήταν γεμάτη μάτια» (που σημαίνει ότι οι Απόστολοι) εγνώριζαν και τα πράγματα του μέλλοντος και του παρελθόντος. (Η γνώσις αυτή των Αποστόλων αποτελεί χάρισμα του Αγίου Πνεύματος). Και ο (προφήτης) Ζαχαρίας τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος τα ονομάζει «μάτια του Κυρίου Σαβαώθ που εποπτεύουν όλη την γη» (4, 5).

Όλα όσα εμφανίσθηκαν στο όραμα, και τα ζώα και οι τροχοί ακολουθούσαν μία και την αυτή πορεία, και συμβόλιζαν έτσι την μια πορεία του «ευαγγελίου της ειρήνης» (Εφ. 6, 15). «Καθώς πορεύονταν τα ζώα, πορεύονταν μαζί τους και οι τροχοί. Όταν σταματούσαν εκείνα, σταματούσαν κι αυτοί. Και όταν εκείνα πετούσαν προς τα πάνω, πετούσαν μαζί τους κι αυτοί», διότι ένα ήταν αυτό που τους έδινε την κίνηση, το Άγιο Πνεύμα. Και τούτο δηλώθηκε με την φράση, «διότι στους τροχούς υπήρχε πνεύμα ζωής» (στ. 20).


21-23: «Πάνω από τις κεφαλές των ζώων υπήρχε κάτι πού έμοιαζε με στερέωμα ουρανού, και φαινόταν σαν φοβερό κρύσταλλο, απλωμένο πάνω από τα ανυψωμένα φτερά τους. Έτσι από κάτω από το ουράνιο αυτό στερέωμα απλώνονταν τα φτερά τους, το ένα δίπλα στο άλλο, ενώ δύο φτερά στο καθένα ζώο ήταν συνεπτυγμένα και σκέπαζαν τα πρόσωπα τους (Η παραδεδεγμένη μετάφρασις είναι «σκέπαζον το σώμα τους» ή «σκέπαζαν τα σώματά τους». Στο όραμα των Σεραφίμ, του προφήτου Ησαΐα, γίνεται λόγος για σκέπασμα προσώπων (6, 2)). Και άκουα τον ήχο από τα φτερά τους, ενώ πετούσαν, σαν βροντερό ήχο καταρράκτου, σαν φωνή του Θεού Σαδδαΐ, δηλαδή του Ικανού» (Σύμφωνα με τις παλαιές μεταφράσεις - Β' μ.Χ. αι.- του Ακύλα και του Συμμάχου το «Σαδδαΐ» μεταφράζεται «Ικανός». Άλλοι όμως το μεταφράζουν «παντοδύναμος») (στ. 22-24).

21-23: εν τω πορεύεσθαι αυτά επορεύοντο, και εν τω εστάναι αυτά ειστήκεισαν και εν τω εξαίρειν αυτά από της γης εξήροντο συν αυτοίς, ότι πνεύμα ζωής ην εν τοις τροχοίς. 22 και ομοίωμα υπέρ κεφαλής αυτοίς των ζώων ωσεί στερέωμα ως όρασις κρυστάλλου εκτεταμένον επί των πτερύγων αυτών επάνωθεν· 23 και υποκάτωθεν του στερεώματος αι πτέρυγες αυτών εκτεταμέναι, πτερυσσόμεναι ετέρα τη ετέρα, εκάστω δύο συνεζευγμέναι επικαλύπτουσαι τα σώματα αυτών. (Ο΄).

21-23: Ότε εκείνα επορεύοντο, επορεύοντο και ούτοι· και ότε εκείνα ίσταντο, ίσταντο και ούτοι· ότε δε εκείνα υψόνοντο από της γης, και οι τροχοί υψόνοντο απέναντι αυτών, διότι το πνεύμα των ζώων ήτο εν τοις τροχοίς. 22 Και το ομοίωμα του στερεώματος του επάνωθεν της κεφαλής των ζώων ήτο ως όψις φοβερού κρυστάλλου, εξηπλωμένου υπέρ τας κεφαλάς αυτών. 23 Υποκάτω δε του στερεώματος ήσαν εκτεταμέναι αι πτέρυγες αυτών, η μία προς την άλλην· δύο είχεν έκαστον, με τας οποίας εκάλυπτον τα σώματα αυτών. (Μασοριτικό – Βάμβας).

Το στερέωμα του ουρανού σημαίνει ότι αυτός που κάθεται πάνω του είναι Θεός, διότι «ο ουρανός του ουρανού ανήκει στον Κύριο, ενώ την γη την έδωσε στους ανθρώπους» (Ψαλμ. 113, 24).

Ο κρύσταλλος και το ζαφείρι (λίγο πιο κάτω (στ. 26) αναφέρει ο προφήτης ότι είδε «ομοίωμα θρόνου», ο οποίος φαινόταν φτιαγμένος από ζαφείρι) συμβολίζουν τον Χριστό. (Πολύτιμοι λίθοι, αυτά, αλλά και) ο Χριστός ονομάζεται από την Γραφή λίθος ακρογωνιαίος. Ο κρύσταλλος (σαν διαφανής) συμβολίζει την μία πλευρά, κατά την οποία ο Χριστός είναι φανερός και γνώριμος στους ανθρώπους. Πλην όμως και ως προς αυτήν την πλευρά είναι φοβερός. Επειδή είναι προσιτός και κατανοητός, δεν σημαίνει ότι μπορεί να περιφρονείται.

Και το ζαφείρι (με το θαλασσί χρώμα του) συμβολίζει την άλλη πλευρά, κατά την οποία ο Χριστός είναι βαθύς και μυστηριώδης και ακατανόητος στους ανθρώπους.

Τα πρόσωπα των ζώων, κατά το ένα μέρος φαίνονταν και κατά το άλλο καλύπτονταν από τα φτερά. Αυτό υποδηλώνει ότι ο Υιός του Θεού ήρθε κοντά μας και ότι ήταν άνθρωπος και πέθανε για μας και αναστήθηκε - η φανερή πλευρά. Ο τρόπος όμως με τον οποίο έγιναν αυτά είναι εντελώς απόκρυφος και συγκαλυμμένος και ξεπερνάει την ικανότητα των ανθρώπων να τον γνωρίσουν. Γι' αυτό τα πρόσωπα των ζώων που συμβόλιζαν τα λόγια (των Αποστόλων) για τον Σωτήρα, και φαίνονταν και σκεπάζονταν από τα φτερά.

Και ο ήχος των φτερών στο πέταγμα «ως φωνή ύδατος πολλού». Σε πολλά σημεία της Αγίας Γραφής το Άγιον Πνεύμα ονομάζεται ύδωρ. Και χαρακτηρίζεται ως «πολύ», για να υποδηλωθεί η θεότητά του, χάρις στην οποία τα πάντα περιέχει και συγκρατεί˙ και είναι πάνω από κάθε ανάγκη, πράγμα που δηλώθηκε με τα επόμενα˙ «ως φωνήν Θεού Σαδδαΐ», δηλαδή σαν φωνή Θεού Ικανού. Αυτό το «Ικανός» ισοδυναμεί με το «πολύς» και «χωρίς ανάγκες».


24: «Και καθώς πορεύονταν τα ζώα ακουόταν ήχος από λόγο σαν θόρυβος στρατοπέδου· και όταν σταματούσαν, έπαυε ο ήχος των φτερών» (Η φράσις «ήχος από λόγο σαν θόρυβος στρατοπέδου» απουσιάζει από την μετάφραση των Ο', όπως επίσης και η φράσις «σαν φωνή του Θεού Σαδδαΐ». Υπάρχει όμως στο Μασσωριτικό και σε άλλες μεταφράσεις) (στ. 24).

24: και ήκουον την φωνήν των πτερύγων αυτών εν τω πορεύεσθαι αυτά ως φωνήν ύδατος πολλού· και εν τω εστάναι αυτά κατέπαυον αι πτέρυγες αυτών. (Ο΄).

24: και ήκουον την φωνήν των πτερύγων αυτών εν τω πορεύεσθαι αυτά ως φωνήν ύδατος πολλού· και εν τω εστάναι αυτά κατέπαυον αι πτέρυγες αυτών. (Μασοριτικό – Βάμβας).

«Και ξαφνικά ακούσθηκε φωνή πάνω από το στερέωμα του ουρανού, το οποίο βρισκόταν πάνω από τις κεφαλές τους» (στ. 25). «Όταν σταματούσαν τα ζώα, συμμαζεύονταν τα φτερά τους» (στ. 24). «Και πάνω από το στερέωμα του ουρανού, το οποίο βρισκόταν πάνω από τις κεφαλές τους, φαινόταν κάτι σαν το πολύτιμο πετράδι ζαφείρι, και πάνω σ' αυτό φαινόταν ομοίωμα θρόνου» (στ. 25-26).

Η φωνή του λόγου προς τα ζώα συμβολίζει την φωνή του Σωτήρος προς τους Αποστόλους, αυτήν που είπε τελευταία καθώς ανέβαινε προς τον Πατέρα: «Πορευθείτε σ' όλον τον κόσμο και κηρύξατε το ευαγγέλιο σ' όλη την κτίση» (Μάρκ. 16, 1 5). Αυτή η φωνή όχι μόνο τότε τους ώθησε σ' εκείνο τον δρόμο και τον καλόν αγώνα, αλλά επί πλέον συνεργούσε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου, και βοηθούσε στην περάτωση της πορείας. Βέβαια μία φορά ειπώθηκε από τον Κύριο, αλλά συνεχώς δρα με την δύναμη Αυτού που την είπε.

Συνέβη δηλαδή ό,τι και με το «ας βλάστηση η ξηρά χορτάρι» (Γέν. 1, 11), και «ας βγάλουν τα νερά ερπετά» (Γεν. 1, 20), που είπε η φωνή του Θεού, η οποία δημιουργεί και φέρει εις πέρας τα έργα.

Θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι φωνή του Λόγου είναι και το σωτήριο όνομα του Κυρίου, που ακουόταν συνεχώς στο κήρυγμα των Αποστόλων, οι οποίοι πάντοτε επικαλούνταν τον Κύριο. Και όταν βέβαια δίδασκαν και όταν θαυματουργούσαν και όταν επιτελούσαν όλα τα άλλα, είχαν στο στόμα τον Χριστό. Αναφωνώντας αυτό το όνομα, δοκίμασαν πολλές στενοχώριες και πιέσεις για να πεισθούν να μη το κηρύττουν. «Τους παρήγγειλαν», σημειώνει η Γραφή, «να μην ομιλούν γι' αυτό το όνομα» (Πράξ. 4, 18). Αυτοί όμως περισσότερο το διατυμπάνιζαν. Και ήταν γι' αυτούς το όνομα του Κυρίου φάρμακο για τα τραύματα, και άξιζε όσο όλα τ' αγαθά της γης.

Γι' αυτό λέγει ο προφήτης, «όταν πορεύονταν αυτά» (που σημαίνει, όταν πορεύονταν οι Απόστολοι) στον δρόμο του Ευαγγελίου, «άκουαν την φωνή του Λόγου (Λόγος εδώ είναι ο Υιός του Θεού - «μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού». Ο Πατέρας εικονίζεται με τον νου και ο Υιός με τον λόγο που γεννάται από τον νου), και μάλιστα σαν θόρυβο στρατοπέδου», αφού βέβαια έτσι η φωνή προκαλεί θαυμασμό και ταιριάζει στην μεγαλοπρέπεια του Λόγου. Μ' αυτό όμως σημαίνεται και κάτι άλλο: Όλα τα θεϊκά του χαρακτηριστικά ενώ καθ' εαυτά είναι ολοφώτεινα, στους ανθρώπους όμως είναι σκοτεινά και ακατανόητα. Αυτά τα δύο παρατηρούνται αντίστοιχα στην βουή του όχλου, η οποία από το ένα μέρος παρουσιάζεται μεγαλειώδης, αλλ' από το άλλο μέρος ελάχιστα ευδιάκριτη και κατανοητή, επειδή ξεφεύγει από τα όρια της ακριβούς ακοής και αποτελείται από ποικίλους και διαφορετικούς ήχους και φωνές.

Πολλές φορές τα ζώα σταματούσαν να πετούν και στέκονταν ακίνητα. Αυτό για να δείξουν ότι δεν συμβολίζουν την ακάματη φύση (του Θεού), αλλά ανθρώπους. Ακόμη, για να δείξουν ότι τα λόγια (του ευαγγελικού κηρύγματος) είναι στερεά και αμετακίνητα. Ακόμη, για να φανεί η καλή πρόθεσις και ο σταθερός ζήλος στο Αποστολικό έργο, ότι δηλαδή οι Απόστολοι δεν ήταν ευμετάβολοι και δεν τους εσάλεψαν τα κύματα της κακίας. Επίσης για να δηλωθεί ότι μετά την κίνηση χρειαζόταν σταμάτημα και ηρεμία, για να μη φανεί μάταιη η πορεία των Αποστόλων, αφού δεν κατέληγε κάπου. Όχι δεν ήταν μάταιη η πορεία των Αποστόλων. Δεν εκήρυτταν μάταια. Αντίθετα (καρποφορούσε), αφού ο μακάριος Λουκάς αριθμεί τόσους και τόσους που συνεχώς επίστευαν.

Ακόμη, η κίνησις φανερώνει την φροντίδα των Αποστόλων για τους ανθρώπους, ενώ η στάσις την στροφή τους προς τον Θεόν και την ένωσή τους μ' Αυτόν, ένωση που προερχόταν από την στροφή τους προς Αυτόν, αφού η στάσις εικονίζει την αληθινή ειρήνη και το κυρίως ένα, τον Θεό.

«Και όταν στέκονταν, σταματούσε ο βροντερός ήχος των φτερών τους». Αυτό δείχνει ότι η κίνησις των ζώων προερχόταν από τα φτερά τους, που συμβολίζει το ότι η δύναμις των Αποστόλων προερχόταν μόνο από το Άγιον Πνεύμα. Δεν εκήρυτταν βασιζόμενοι σε «πειστικούς λόγους ανθρώπινης σοφίας» (Α' Κορ. 2, 4). Γι' αυτό και στις Πράξεις των Αποστόλων (ερωτά ο Πέτρος)· «Γιατί ατενίζετε σε μας, ωσάν να το κάναμε αυτό με την δική μας δύναμη και ευσέβεια;» (Πράξ. 3, 12).

Και ο μακάριος Παύλος απαριθμώντας όσα κατόρθωσε στο κήρυγμα, πρόσθεσε- «όχι εγώ, αλλά η χάρις του Θεού που είναι μαζί μου» (Α' Κορ. 15, 10), και «πάντα ισχύω εν τω ενδυναμουντί με Χριστώ» (Φιλιπ. 4, 13).

«Και πάνω από τις κεφαλές τους, κάτι που έμοιαζε (με το πολύτιμο πετράδι) ζαφείρι». Πρώτα είδε κάτι σαν κρύσταλλο και έπειτα βλέπει κάτι σαν ζαφείρι. Αυτό σημαίνει ότι ξεκινάει από τις πιο σαφείς και γνώριμες έννοιες του Θεού και προχωρεί στις βαθύτερες. Τούτο βέβαια αποτελεί νόμο στην ανθρώπινη γνώση. Πάνω στο στερέωμα του ουρανού υπήρχε κάτι που έμοιαζε με θρόνο και πάνω στον θρόνο είδε τον Σωτήρα «με εικόνες» (Δηλαδή κατά συγκατάβαση ο Σωτήρ έλαβε κάποια μορφή· εδώ μορφή ανθρώπου, ο οποίος είναι τυλιγμένος με υπέρλαμπρη ουράνια δόξα. Σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποίησε άλλη «εικόνα». Έτσι στον Μωυσή, στην βάτο, πήρε την μορφή φωτιάς, «εν πυρί φλογός» (Εξοδ. 3, 2).).

Όταν βλέπουμε και θεωρούμε την απόκρυφη γνώση του Θεού, όσο βέβαια είναι δυνατόν, βρισκόμαστε πλησιέστερα σ' Αυτόν. Στον Θεό ασφαλώς ταιριάζει περισσότερο κατανόησις, που ξεπερνάει την ανθρώπινη κατανόηση και γνώση. Και γι' αυτό το μεν ζαφείρι φαινόταν τόσο πολύ κοντά, ενώ το κρύσταλλο φαινόταν πιο μακριά από τον θρόνο.


25 - 28: «Και πάνω στο ομοίωμα του θρόνου υπήρχε κάποιος που από πάνω έμοιαζε με άνθρωπο. Από την μέση και πάνω έμοιαζε με ήλεκτρο, σαν φωτιά που έβγαινε από μέσα του σε σχήμα κύκλου (τελευταίες φράσεις, «σαν φωτιά... κύκλου» απουσιάζουν από την μετάφραση των Ο'). Και από την μέση και κάτω φαινόταν σαν φωτιά που φεγγοβολούσε γύρω - γύρω, κυκλικά. Το φεγγοβόλημα γύρω - γύρω έμοιαζε με το ουράνιο τόξο που βγαίνει όταν βρέχει. Τούτο το θέαμα ήταν ομοίωμα της δόξης του Κυρίου! (Είναι αδύνατο να συλλαβή το μυαλό μας την απερίγραπτη ομορφιά που είχε αυτό το ομοίωμα του ουρανίου τόξου. Η λάμψις του υπερέβαινε κάθε ωραιότητα του κτιστού κόσμου. Πρόκειται για «υπερκαλλή αγλαΐα» κατά την φράση των αρεοπαγιτικών συγραμμάτων. Θεϊκή ομορφιά! «Δεν λέγονται καθόλου και δεν διηγούνται οι αστραφτερές λάμψεις του θεϊκού κάλλους». «Άρρητοι παντελώς και ανεκδιήγητοι του θείου κάλλους αι αστραπαί», τονίζει ο Μ. Βασίλειος. Από την στιγμή αυτή ο προφήτης Ιεζεκιήλ δεν είχε τίποτε ανώτερο και γλυκύτερο ν' αντικρύση στην ζωή του. Και ποτέ δεν ξεχνάει αυτήν την ημέρα, την πέμπτη του τετάρτου μήνα) (στ. 26-28).

25 - 28: και ιδού φωνή υπεράνωθεν του στερεώματος του όντος υπέρ κεφαλής αυτών. 26 ως όρασις λίθου σαπφείρου ομοίωμα θρόνου επ ‘ αυτού, και επί του ομοιώματος του θρόνου ομοίωμα ως είδος ανθρώπου άνωθεν. 27 και είδον ως όψιν ηλέκτρου από οράσεως οσφύος και επάνω, και από οράσεως οσφύος και έως κάτω είδον ως όρασιν πυρός και το φέγγος αυτού κύκλω. 28 ως όρασις τόξου, όταν ή εν τη νεφέλη εν ημέραις υετού, ούτως η στάσις του φέγγους κυκλόθεν. αύτη η όρασις ομοιώματος δόξης Κυρίου· και είδον και πίπτω επί πρόσωπόν μου και ήκουσα φωνήν λαλούντος.

25 - 28: Και εγίνετο φωνή άνωθεν εκ του στερεώματος του υπέρ την κεφαλήν αυτών· ότε ίσταντο, κατεβίβαζον τας πτέρυγας αυτών. 26 Υπεράνωθεν δε του στερεώματος του υπέρ την κεφαλήν αυτών εφαίνετο ομοίωμα θρόνου, ως θέα λίθου σαπφείρου· και επί του ομοιώματος του θρόνου ομοίωμα ως θέα ανθρώπου καθημένου επ' αυτόν άνωθεν. 27 Και είδον ως όψιν ηλέκτρου, ως θέαν πυρός εν αυτώ κύκλω, από της θέας της οσφύος αυτού και επάνω· και από της θέας της οσφύος αυτού και κάτω είδον ως θέαν πυρός, και είχε λάμψιν κύκλω. 28 Ως η θέα του τόξου, του γινομένον εν τη νεφέλη εν ημέρα βροχής, ούτως ήτο η θέα της λάμψεως κύκλω. Αύτη ήτο η θέα του ομοιώματος της δόξης του Κυρίου. Και ότε είδον, έπεσον επί πρόσωπόν μου και ήκουσα φωνήν λαλούντος.

Εκείνος που καθόταν στο ομοίωμα του θρόνου και έμοιαζε με άνθρωπο ήταν ο Κύριος, «ο γενόμενος όμοιος με τους ανθρώπους» (Εφεσ. 2, 7). Το ότι καθόταν, σημαίνει ότι είναι «ο μακάριος και μόνος Εξουσιαστής» (Α' Τιμ. 6, 1 5) και ότι «αναπαύεται στους αγίους του» (Εδώ κρύβεται μια ωραία έννοια. Οι ευσεβείς, οι ενάρετοι, οι άγιοι άνθρωποι είναι «θρόνοι» πάνω στους οποίους κάθεται ο Θεός. Στην Κ. Διαθήκη τονίζεται και η έννοια ότι είναι «ναοί του Θεού» (Πρβλ. Α' Κορ. 3, 16) (Ης. 57, 17).

Το ότι έμοιαζε με ήλεκτρο δηλώνει την ανθρώπινη φύση του Κυρίου. Το ήλεκτρο το ανέφερε και στην αρχή του οράματος, αλλά τώρα η αναφορά σ' αυτό γίνεται πιο τέλεια και σαφής. Η ανθρώπινη φύσις του Σωτήρος και η συναναστροφή του με τους ανθρώπους ήταν (σαν το ήλεκτρο) λαμπρή και ηλιόμορφη και όπως ταίριαζε σε Θεό. Δεν είχε τίποτε το φοβερό, αλλά ήταν όλος φιλανθρωπία.

Η φωτιά που είχε μέσα του δηλώνει την φοβερή θεότητά του. Αυτή, η φωτιά, σχημάτιζε κύκλο διότι η εικόνα του κύκλου είναι η πιο ταιριαστή στον Θεό, και διότι έτσι διδασκόταν πως όσα αντίκρυζε ήταν υπερφυσικά. Γι' αυτό, την φωτιά που κινείται ευθύγραμμα την έβλεπε να διαγραφή κύκλο, για να μάθει ότι όσα εμφανίζονται δεν εμφανίζονται για τον εαυτό τους, αλλά αποβλέπουν σε άλλα και εικονίζουν άλλα που είναι υπερφυσικά.

Εκείνο που φαινόταν στον Σωτήρα σαν ήλεκτρο, το έβλεπε από την μέση και μέχρι πάνω. Αυτό συμβολίζει την πρώτη παρουσία Του, που ήταν φιλάνθρωπη χωρίς κανένα φοβερό πράγμα. «Δεν ήρθα, λέγει, να καταδικάσω τον κόσμο» (Ιωάν. 12,47). Εκείνο που φαινόταν σαν φωτιά ήταν από την μέση και κάτω, δηλαδή το τελευταίο μέρος. Αυτό συμβολίζει την δευτέρα παρουσία του Χριστού που θα είναι φοβερή, που θα αφανίσει τους φαύλους και θα διαχώριση το κακό από το καλό. Κατ' αυτήν την ημέρα απειλείται φωτιά για όσους αμαρτάνουν. Σχετικά τονίζει και ο Παύλος: «μας αναμένει φοβερή κρίσις και σφοδρή φωτιά που θα καταφάγη όσους εναντιώνονται στον Θεό» (Εβρ. 10,27).

«Και φεγγοβολούσε σαν ουράνιο τόξο». Το τόξο αυτό αποτελεί σημείο συμφιλιώσεως του Θεού με τους ανθρώπους, καθώς αναφέρεται στην Γραφή˙ «θα θέσω το τόξο μου στα νέφη και θα είναι σημείο της υποσχέσεως μου» (Γέν. 9,13) και «δεν θα απολέσω πάλι (με κατακλυσμό) όλη την γη» (Γέν. 8,21). Δείχνει λοιπόν η πέριξ κυκλική λάμψις ότι αυτός που φανερώνεται από την λάμψη θα γίνει Παράκλητος (Δηλαδή συμπαραστάτης, συνήγορος, παρηγορητής, βοηθός. Εδώ Παράκλητος είναι ο Χριστός. Συνήθως Παράκλητος ονομάζεται το Άγιον Πνεύμα) για μας στον Θεό και «θα συμφιλίωση τα ουράνια και τα επίγεια» (Κολ. 1,20). «Συμφιλιωθήκαμε με τον Θεό με τον θάνατο του Υιού του» (Ρωμ. 5,10). Και δηλώνεται γενικά ότι αυτός, (ο Υιός), αποτελεί την ειρήνη μας και την συμφιλίωσή μας με τον Θεό.

Μπορεί όμως το ουράνιο τόξο (του οράματος) να υποδηλώνει και τον Σταυρό, διότι και αυτός είναι σημείο της νέας διαθήκης, δηλαδή της συμφιλιώσεως του Θεού με τους ανθρώπους, αφού ονομάζεται από τον Σωτήρα «σημείον»· «θα δουν το σημείον του υιού του ανθρώπου» (Ματθ. 24,30). Επειδή όμως ο Σωτήρ είναι «η ειρήνη μας» (Εφ. 2,14) μπορούμε να πούμε˙ «θα δουν το σημείον της ειρήνης». Και αυτό θα παρουσιασθεί την ημέρα της βροχής, δηλαδή την ημέρα του Κυρίου, αφού στην Γραφή ονομάζεται βροχή και η ημέρα του Κυρίου (Ίσως να αναφέρεται στο 71ο ψαλμό. «Θα κατεβή σαν βροχή στον πόκο (=τουλούπα μαλλιού)» (στ. 6). Πιο πιθανό να αναφέρεται στον προφήτη Ιωήλ: «ημέρα Κυρίου... ημέρα νεφέλης και ομίχλης» (2,2). Παρόμοια έκφρασις συναντάται και στον Σοφονία, (1,15)), η τελευταία εκείνη ημέρα «η μεγάλη και επιφανής, η οποία έρχεται», όπως λέγει ένας προφήτης ομιλώντας για την παρουσία του Χριστού (Ιωήλ 3,4).

Επίσης το φεγγοβόλημα αυτό (το όμοιο με ουράνιο τόξο) θέλει να υποδηλώσει κάποια δόξα του Χριστού˙ και δόξα του Χριστού είναι ο σταυρός όπως το συμπεραίνουμε από τα λόγια του Κυρίου: «Όταν δοξασθεί ο Υιός του ανθρώπου» (Και ο Ιερός Χρυσόστομος ερμηνεύοντας το Ιωαν. 1 7,1, «πάτερ ελήλυθεν η ώρα˙ δόξασαν σου τον υιόν...» παρατηρεί ότι ο Χριστός την σταύρωσή του την ονομάζει δόξα και αιτία δόξας· «δεν έρχεται ακούσια στον σταυρό. Αντίθετα προσεύχεται να γίνει αυτό και «δόξαν το πράγμα καλεί» (Υπόμν. εις το κατά Ιωάννην, ομιλία 80η)) (Ιωάν. 12,23).


Αφού είδε αυτά ο προφήτης πρόσθεσε: «Αυτή είναι η όρασις του ομοιώματος της δόξης του Κυρίου» (στ. 28) που σημαίνει ότι αυτά εικονίζουν το επί γης σωτήριο έργο του Κυρίου. Δική του δόξα ο Κύ­ριος ονομάζει και τον σταυρό, και όλο το σωτήριο έργο του, γιατί όταν περάτωσε όλο το έργο του για μας και ετοιμαζόταν να αναχώρηση προς τον Πατέρα έλεγε προς τους Αποστόλους, «τώρα δοξάσθηκε ο Υιός του άνθρωπου». Σ' αυτόν αρμόζει δόξα αιώνια.

Αμήν



Πηγή: Από το βιβλίο του π. ΔΑΝΙΗΛ ΓΟΥΒΑΛΗ: ΠΕΡΙΠΑΤΟΙ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ
oodegr.com


* Ο Νικόλαος Καβάσιλας ή Χαμαετός, Θεσσαλονικεύς, υπήρξε μία εξέχουσα φυσιογνωμία του 14ου αιώνος, μοναχός, ίσως και κληρικός, σύμβουλος πατριαρχών και αυτοκρατόρων, από τους μεγαλύτερους θεολόγους της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και συγγραφεύς υπέροχων συγγραμμάτων, τα οποία ξεχωρίζουν για την ζωντάνια και εκφραστική δύναμη, για την πειθώ, για το θεολογικό βάθος και την θερμότητα της πίστεως. Χαρακτηρίστηκαν σαν άριστα προϊόντα της εν γένει θρησκευτικής γραμματείας. Εσχάτως η Εκκλησία μας τον κατέταξε επίσημα στην χορεία των Αγίων.

______________________________________ Αρχειοθήκη αναρτησεων ιστολογίου