Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Κορυφαίον γεγονός εις την εν Κύπρω Εκκλησίαν



Του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Ιωάννου Κ. Διώτη
Θεολόγου και Δημοσιογράφου


Μετά από τον Νέον Εκκλησιαστικόν Καταστατικόν Χάρτην της Κύπρου, ο οποίος φέρει την σφραγίδα του σημερινού δημιουργικού Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου της εν Κύπρω Εκκλησίας κ. Χρυσοστόμου Β , με πρωτοβουλίαν και συντονισμόν του ιδίου, ιδρύθη υπό της εν Κύπρω Εκκλησίας Νέα Θεολογική Σχολή της Ορθοδοξίας με κρατικήν νομικήν κάλυψιν. Το γεγονός αυτό είναι πράγματι κορυφαίον και ιστορικόν. Τίθεται δε εις εν πλαίσιον παγκοσμίου εκτάσεως.
Ευρισκόμεθα υπό τον οδοστρωτήρα της αρξαμένης παγκοσμιοποιήσεως και της επιδιωκομένης πανθρησκείας με προγραμματισθείσαν υπό των αοράτων σκοτεινών δυνάμεων την εξαφάνισιν της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού. Η αθεϊστική προπαγάνδα συστηματοποιείται περισσότερον και οργανώνεται. Αι ηθικαί και πνευματικαί αξίαι υποβαθμίζονται συνεχώς εις παγκόσμιον κλίμακα. Η τρομοκρατία είναι παγκόσμιος απειλή και πληγή. Η ευρυτάτη επέκτασις του Ισλαμισμού θέτει εις άμεσον κίνδυνον την εθνικήν συνοχήν πολλών κρατών. Η απροκάλυπτος διεθνής υποστήριξις του δυσώδους πάθους της ομοφυλοφιλίας απεργάζεται την ηθικήν διαφθοράν κυρίως της νεότητος. Η απειλή ενός τρίτου παγκοσμίου πολέμου δημιουργεί φοβίαν, αστάθειαν και αβεβαιότητα εις τους λαούς. Ειδικώτερον εις την Ορθόδοξον Ελλάδα έχομεν κυβερνήσεις αθέων και απάτριδων, οι οποίοι επιδιώκουν να αποδομήσουν και να ισοπεδώσουν όλα τα ιερά και τα όσια του Ορθοδόξου Ελληνικού Γένους. Ο προορισμός των Θεολογικών Σχολών των Πανεπιστημίων Αθηνών και Θεσσαλονίκης έχει ανατραπή με το σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων, ώστε να έχωμεν εις την εκπαίδευσιν και πολλούς αθέους θεολόγους, οι οποίοι δηλητηριάζουν την μαθητιώσαν νεολαίαν. Επισημαίνω ακόμη ότι εις την Θεολογικήν Σχολήν της Θεσσαλονίκης ιδρύεται, ανεπιτρέπτως, Κέντρον Ισλαμικών Σπουδών. Τέλος, η Θεολογική Σχολή της Χάλκης εκ της οποίας απεφοίτησε πλήθος Ελλήνων θεολόγων παραμένει αναγκαστικώς κλειστή επί αρκετάς δεκαετίας.
    Μέσα λοιπόν εις το περιληπτικώς περιγραφέν ως άνω πλαίσιον ιδρύθη κατά το προηγούμενον έτος 2015 η Εκκλησιαστική Θεολογική Σχολή της Κύπρου με πανορθόδοξον ενδιαφέρον, η οποία στεγάζεται έναντι του Αρχιεπισκοπικού Μεγάρου της Λευκωσίας εις ιδιόκτητον κτίριον της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου.
Παρατίθεται ολόκληρος ο σύντομος χαιρετισμός της Α.Μ. του Αρχιεπισκόπου Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου κ. Χρυσοστόμου Β , Ιδρυτού και Προέδρου του Συμβουλίου της Θεολογικής Σχολής Εκκλησίας Κύπρου:
«Η Θεολογική Σχολή της Εκκλησίας Κύπρου, παραπλεύρως της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, ξεκινά την πορεία της ζωής της όπως ένα παιδί που μεγαλώνει κάτω από τη φροντίδα της μητέρας του. Η Εκκλησία Κύπρου όχι μόνο διέσωσε τη γνήσια αποστολική παράδοση και μετέδωσε ανόθευτα την αλήθεια του Ευαγγελίου, αλλά πάντοτε στάθηκε ως  ″τιθήνουσα μήτηρ‶ στο λαό του Θεού και στον κάθε χειμαζόμενο άνθρωπο. Διαδραμάτισε στους αιώνες και πάντοτε θα διαδραματίζει, τόσο στο επιπεδο της φιλαλληλίας όσο και στο επίπεδο της κατά Θεόν παιδείας, ένα ρόλο σημαντικό, καλώντας όλους να γευθούν από το τραπέζι της χαράς του Κυρίου τους.
»Η ίδρυση της Σχολής εξυπηρετεί μία αυξανομένη ανάγκη της Εκκλησίας Κύπρου να καλλιεργεί το δικό της φυτώριο θεολογικής παιδείας. Προσβλέπουμε στην ανάπτυξή της εντός των ορίων της Εκκλησίας της Κύπρου και σε διορθόδοξο και διαχριστιανικό επίπεδο, με τις σχέσεις που θα αναπτύσσει η Σχολή με αντίστοιχες Σχολές και με τη συνεργασία της με τις αδελφές Ορθόδοξες Εκκλησίες, τις εγγύς και τις μακράν.

Αριστερά ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κ. Χρυσόστομος Β  
συνομιλεῖ με τον π. Ιωάννην Διώτην δια την Θεολογικήν Σχολήν.

»Η Εκκλησία της Κύπρου σήμερα σεμνύνεται για το ότι διαθέτει ένα λαό με αρκετά υψηλό μορφωτικό επίπεδο, με πολύ καλούς και ταπεινούς κληρικούς, που διακονούν την Εκκλησία με αφοσίωση. Οι σύγχρονες ανάγκες του λαού μας απαιτούν μία σύγχρονη προσέγγιση. Η ίδρυση της Σχολής αποσκοπεί στην προετοιμασία θεολογικά καταρτισμένων Κληρικών, οι οποίοι θα στελεχώνουν την Εκκλησία της Κύπρου, αλλά και την Ορθοδοξία εν γένει. Αποσκοπεί, ακόμη, στον καταρτισμό θεολόγων – εκπαιδευτικών, για την δευτεροβάθμια εκπαίδευση, στελεχών, που να μπορούν να προσφέρουν κοινωνικό έργο και να εργαστούν σε πολιτιστικούς η εκκλησιαστικούς οργανισμούς, καθώς και υποψηφίων επιστημόνων της Θεολογίας, αλλά και συναφών επιστημών σε μεταπτυχιακό επίπεδο.
»Καλωσορίζουμε στην αρτιγέννητη Θεολογική Σχολή της Εκκλησίας Κύπρου τα μόνιμα μέλη του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού (Δ.Ε.Π.), που στελεχώνουν τη Σχολή, τους έγκριτους ακαδημαϊκούς, που αποδέχτηκαν την πρόταση να υπηρετήσουν τη Σχολή μας, τα μέλη Δ.Ε.Π., υπό την ιδιότητα του ″Συνεργαζομένου Ακαδημαϊκού Προσωπικού Σύντομης Διάρκειας‶, που θα πορευθούν μαζί μας.
»Καλωσορίζουμε, τέλος, τις φοιτήτριες και τους φοιτητές που θα αποτελούν νεόφυτα ελαιών κύκλω της αθανάτου τραπέζης».

Το παραδοσιακόν κτίριον της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου όπου στεγάζεται η Θεολογική Σχολή. Επαρκεί περίπου δια τα δύο πρώτα έτη. Αρχίζει η πολυδάπανος και χρονοβόρος ανακαίνισις των άλλων κτιρίων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής εις τον χώρον αυτόν δια την κτιριακήν επάρκειαν πλήρους λειτουργίας της Θεολογικής Σχολής.

Από τον Κανονισμόν της Σχολής προκαλείται η ευχάριστος εντύπωσις ότι δια τους διδάσκοντας και τους διδασκομένους καλλιεργείται κλίμα ήθους της Σχολής υψηλού πνευματικού επιπέδου, ώστε να μη απαιτηθή λήψις πειθαρχικών μέτρων. Ως ορίζεται εις τον Κανονισμόν αυτόν, η «Θεολογική Σχολή Εκκλησίας Κύπρου» προβάλλει την ενσυνείδητον αυτοπειθαρχίαν και την θετικήν συμπεριφοράν ως βασικούς και μακροπροθέσμους στόχους της λειτουργίας της και τας εντάσσει εις τα πλαίσια αναπτύξεως του ιδιαιτέρου ήθους της Σχολής, όπου η αυτοπειθαρχία και η θετική συμπεριφορά καθεριώνονται ως τρόπος ζωής. Το θέμα της αυτοπειθαρχίας, όπως και της θετικής συμπεριφοράς, θεωρείται ως εν από τα σημαντικώτερα θεμέλια δια την απρόσκοπτον λειτουργίαν και δια το ήθος της Σχολής γενικότερον και συνδέεται αμέσως με τον επιδιωκόμενον χαρακτήρα της Σχολής. Το ήθος της Σχολής, εις τον τομέα αυτόν, βασίζεται επάνω εις την ενίσχυσιν της θετικής συμπεριφοράς, η οποία εδράζεται εις την διδασκαλίαν της Χριστιανικής πίστεως και εις την εμπειρίαν της Εκκλησίας.
Ο Κανονισμός αυτός παραπέμπει ευστόχως και εις κατάλληλα αγιογραφικά χωρία Παλαιάς και Καινής Διαθήκης, όπως «έλεγχε σοφόν, και αγαπήσει σε. Δίδου σοφώ αφορμήν, και σοφώτερος έσται. Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου, και βουλή αγίων σύνεσις» (Παρ. θ. 8-10). Επίσης παρατίθεται και ο Χρυσούς Κανών της Κ. Διαθήκης: «Πάντα ουν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς» (Μτθ. ζ  12).
Η Νέα Θεολογική Σχολή της εν Κύπρω Εκκλησίας έχει ιδιαιτέραν και ευεργετικήν σημασίαν δια την Ορθόδοξον Ελλάδα. Μετά την νόθευσιν των Θεολογικών Σχολών Αθηνών και Θεσσαλονίκης και την συνεχιζομένην άρνησιν της Τουρκίας να ανοίξη την Θεολογικήν Σχολήν της Χάλκης, θα είναι μία διέξοδος η Θεολογική Σχολή της Κύπρου και εν καταφύγιον δι’ όλους όσους έχουν αποκλειστικόν σκοπόν να σπουδάσουν την ιεράν επιστήμην της Θεολογίας.
Κατά την εκτίμησίν μου, δημιουργούνται όλαι εκείναι αι προϋποθέσεις, ώστε η Θεολογική Σχολή της Κύπρου να αναδειχθή μία ιστορική Νέα Θεολογική Σχολή Χάλκης.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

______________________________________ Αρχειοθήκη αναρτησεων ιστολογίου