Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2016

Πάτερ ημών vs «Καλέ Θεούλη»




Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε το 2010. Αναφέρεται στην πρωτοβουλία μιας διευθύντριας σχολείου να αντικαταστήσει στη πρωινή σχολική προσευχή το «Πάτερ Ημών» με την «Προσευχή» του Γιάννη Ρίτσου (βλ. εδώ). Σκόπευα να το στείλω σαν επιστολή στον Ιό της Ελευθεροτυπίας, αλλά για διάφορους λόγους δίστασα, οπότε έμεινε αδημοσίευτο.

Τώρα, με αφορμή τον θόρυβο που γίνεται για τη σχολική προσευχή, είδα κάποιους να θυμούνται το γεγονός και να το αναφέρουν ως θετικό παράδειγμα (π.χ. εδώ). Σκέφτηκα λοιπόν πως ίσως θα άξιζε τον κόπο να διαβαστεί σήμερα, συμβάλλοντας ελπίζω σε μια σοβαρή συζήτηση με κριτήρια Παιδείας, πέρα από την ιδεολογική αντιπαράθεση “προοδευτικών-αντιδραστικών”, “άθεων-πιστών” κλπ.
   

Αγαπητοί φίλοι του Ιού. Πριν μερικές ημέρες το δικαστήριο δικαίωσε, από νομικής τουλάχιστον πλευράς, τις δασκάλες Στέλλα Πρωτονοταρίου και Ντενάντα Καρκάλο, που κατηγορούνταν διότι πριν από μερικά χρόνια διοργάνωσαν στο σχολείο τους επιπλέον βοηθητικά μαθήματα για μετανάστες, μαθητές και γονείς, εκτός του κανονικού ωραρίου. Η κατηγορία ήταν παρανοϊκή. Η αθώωση θα έπρεπε να είναι αυτονόητη. Κι ευτυχώς, κάπως έτσι έκριναν και οι δικαστές.

Όμως εδώ, πέρα από τη νομική, την ηθική ή και την πολιτική διάσταση του πράγματος, τίθεται ένα ζήτημα παιδαγωγικών κριτηρίων. Διότι αν είναι να δικαιωθεί και ως προς την ουσία της η εκπαιδευτική πρωτοβουλία των δύο «κατηγορουμένων», αυτό έχει να κάνει κυρίως με το αν και πώς θα επηρεάσει την εκπαιδευτική πράξη. Και από την άποψη αυτή ένα βασικό ζητούμενο είναι να ανοίξει επί της ουσίας η συζήτηση γύρω από τα θέματα που ετέθησαν, όχι μόνο από τα βοηθητικά μαθήματα, αλλά από όλες τις ενδιαφέρουσες πρωτοβουλίες της εμπνευσμένης αυτής και θαρραλέας εκπαιδευτικού, Στ. Πρωτονοταρίου, ως διευθύντριας τότε του 132ου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών στην Γκράβα.

Με αυτές τις σκέψεις θα ήθελα να δούμε μια ειδική πλευρά αυτών των πρωτοβουλιών, που έχει να κάνει με τη σχολική προσευχή. Είναι ένα θέμα που την ώρα αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως επιμέρους ή δευτερεύον, αλλά που έχω την εντύπωση ότι αξίζει να συζητηθεί, κυρίως από την άποψη – ξαναλέω – των κριτηρίων. Διότι, αν μιλάμε από ένα επίπεδο και πάνω, το ζήτημα δεν είναι βέβαια μόνο το τί κάνουμε, άλλα και πώς το κάνουμε.

Εκείνες λοιπόν τις μέρες – μεταξύ 2005 και 2007, αν δεν κάνω λάθος – κατά την έναρξη της σχολικής ημέρας τα παιδιά, αντί για το «Πάτερ ημών», απαγγέλλανε ένα ποίημα-προσευχή του Γιάννη Ρίτσου. Σπεύδω να πω ότι κατανοώ την ιδέα της συναδέλφου και συμμερίζομαι απολύτως την παιδαγωγική της πρόθεση να βρει έναν τρόπο πρωινής μαθητικής συνάθροισης που να αγκαλιάζει εξ ίσου όλους τους μαθητές ανεξαρτήτως θρησκευτικής πίστεως, και να μην καλλιεργεί τις διακρίσεις και τον διχασμό ανάμεσά τους. Θα προσέθετα σ’ αυτό και τις γενικότερες επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς ως προς το αν είναι όντως προσευχή, και τι είδους «προσευχή» είναι αυτή που γίνεται κατά την ομαδική παράταξη των μαθητών πριν την έναρξη της σχολικής ημέρας. Αλλά ας είναι, δεν θα ήθελα τώρα να σταθώ σ’ αυτό. Αυτό που με προβλημάτισε σε αυτήν την περίπτωση είναι το ουσιαστικό κριτήριο με το οποίο κάποιος μπορεί να θεωρήσει το συγκεκριμένο ποίημα-προσευχή του Γ. Ρίτσου προτιμότερο από το «Πάτερ ημών».

Ένα κριτήριο είναι ασφαλώς όχι το περιεχόμενο των δύο «προσευχών», αλλά οι ντε φάκτο υπονοούμενες συμπαραδηλώσεις (εθνικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές, πολιτικές κ.ά.) του τί σημαίνει να απαγγέλλει ένα παιδί «Πάτερ ημών» ή Ρίτσο. Και από την άποψη αυτή καταλαβαίνει εύκολα κανείς πώς και γιατί μπορεί να προτιμηθεί το ποίημα του Ρίτσου από μια παιδαγωγό που αναζητά τρόπους να αποσυμπιέσει τα παιδιά από πράγματα που μπορεί να τα διχάζουν. Δεν μπορεί όμως να μένει κανείς μόνον σ’ αυτό· διότι υπάρχει ασφαλώς και το νοηματικό περιεχόμενο, όπως και η ποιητική αισθητική.

Και ρωτώ: Αν προς στιγμήν –έτσι, ως άσκηση επί χάρτου– πούμε ότι ξεχνάμε τις υπονοούμενες ιδεολογικές κ.ά. συμπαραδηλώσεις και δούμε τα δύο «ποιήματα» αυτά καθεαυτά με βάση και μόνο το περιεχόμενό τους, για πέστε μου, τι είδους άνθρωπο και τί είδους κόσμο χτίζει το ποίημα που λέει ...

«Καλέ Θεούλη, εμείς είμαστε καλά. Κάνε, καλέ Θεούλη, να 'χουν όλα τα παιδάκια ένα ποταμάκι γάλα, μπόλικα αστεράκια, μπόλικα τραγούδια. Κάνε, καλέ Θεούλη, να'ναι όλοι καλά, έτσι που κι εμείς να μην ντρεπόμαστε για τη χαρά μας.»

... και τι είδους άνθρωπο και τί είδους κόσμο χτίζει το ποίημα που λέει ..

«καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν;»

(και πεζά στη νέα ελληνική:«και χάρισέ μας όσα εμείς οφείλουμε, όπως και εμείς θα χαρίσουμε σε αυτούς που μάς οφείλουν.»)

Ίσως κάτι μου διαφεύγει, αλλά εγώ βλέπω εδώ ότι αντικαθιστούμε χρυσό με χαλκό. Πόσοι, είτε Χριστιανοί είτε μη Χριστιανοί, είναι σε θέση να πουν αυτά τα λόγια του «Πάτερ Ημών» με επίγνωση της σημασίας τους και να μη σπεύσουν να κρυφτούν, ώστε να μην τους βλέπει η συνείδησή τους; Πόσο μεγάλο μάθημα θα ήταν, όχι μόνο για τα παιδιά, αλλά και για τους ενήλικες, να στοχαστούν πάνω στο ερώτημα τι είναι «οφειλή»; Πόσα είδη «οφειλών» υπάρχουν; «Τι οφείλουμε» εμείς, και τι «μας οφείλουν» άλλοι; Και πώς μπορεί κανείς να «χαρίσει» στους άλλους αυτά που του «οφείλουν», ώστε να έχει ύστερα την ελπίδα να «χαριστούν» και οι δικές του «οφειλές»;

Και μόνο απ’ αυτό το σημείο να πιαστεί κανείς, ξανοίγεται στο πέλαγος μιας προσωπικής μεταστροφής που προϋποθέτει υπαρξιακή διακινδύνευση και οδυνηρή έξοδο από το Εγώ. Κι απέναντι λοιπόν σ’ αυτό το ποιητικό και πνευματικό μέγεθος τοποθετούμε έναν αγιοβασιλιάτικο αλτρουισμό, ένα είδος soft κομμουνισμού για καλοζωισμένα παιδάκια. Που τα έχουνε όλα, και που δεν προτίθενται να χάσουν τίποτα απ’ όσα έχουν, ζητώντας απλώς από τον «καλό θεούλη» να δώσει κάτι και στα άλλα παιδάκια «έτσι που κι εμείς να μην ντρεπόμαστε για τη χαρά μας».

Δεν ξέρω. Ίσως τότε που έγραψε το ποίημα ο Ρίτσος να είχε μιαν άλλη διάσταση, καθώς θα έπρεπε ακόμα κι αυτόν τον αγιοβασιλιάτικο αλτρουισμό να τον υποστηρίξει κανείς διακινδυνεύοντας την ελευθερία του ή και τη ζωή του, Πάντως σήμερα παραπέμπει σε έναν ανέξοδο ανθρωπισμό του τηλεοπτικού συρμού, που αφήνει ανέγγιχτο το πρόβλημα του ανθρώπου και των ζωντανών του σχέσεων.

Θα μπορούσαμε να πούμε πολλά ακόμα. Όπως π.χ. τι σημαίνει το «ως εν ουρανώ και επί της γης» ή ποιος είναι ο άρτος «ο επιούσιος» κλπ κλπ, αλλά θα βαραίναμε παραπάνω απ’ ό,τι πρέπει.

Αρκούμαι λοιπόν σε τούτη την ερώτηση: Υπάρχει κάτι στο «Πάτερ ημών» που αντιβαίνει στην πίστη των Μουσουλμάνων, των Βουδιστών ή των πιστών κάποιας άλλης θρησκείας; Πάρτε τους στίχους του λέξη προς λέξη και θα δείτε πως όχι. Είναι – αν θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω την έκφραση – η πιο «μη θρησκευτική» προσευχή. Ούτε καν για Θεό δεν μιλά.

Αν θέλουμε λοιπόν να έλθουμε σε πραγματική ρήξη με την υποκρισία της σχολικής δήθεν «προσευχής» γιατί να μην αντικαταστήσουμε το «Πάτερ ημών» όπως το ξέρουμε ως τώρα (ως διακριτικό στοιχείο μιας επιμέρους θρησκευτικής και εθνικής ταυτότητας) με το «Πάτερ ημών» όπως μας το δίδαξε ο Ιησούς Χριστός (ως σημείο καθολικής ένωσης όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως θρησκείας, ως παιδιών του ίδιου ουράνιου πατέρα).

Θα συνεχίσουν ίσως να ενοχλούνται όσοι δεν πιστεύουν σε Θεό; Εντάξει. Τότε ας αφήσουμε τις δήθεν «προσευχές» και ας βάλουμε στη θέση τους κάτι άλλο πιο ειλικρινές και πιο αυθεντικό – δεν ξέρω.

Κι αν πραγματικά επιμένουμε στον Ρίτσο, προτιμότεροι θα ήταν, νομίζω, οι τελευταίοι στίχοι από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» ή ακόμα και τούτο ...

«Θὰ βρεῖ λοιπὸν τὸ φῶς τὰ δέντρα του, θὰ βρεῖ τὸ δέντρο τὸν καρπό του.

Τοῦ σκοτωμένου τὸ παγούρι ἔχει νερὸ καὶ φῶς ἀκόμα.

Καλησπέρα, ἀδερφέ μου. Καλησπέρα.»

... και τόσα άλλα του ποιητή της Ρωμιοσύνης.

Κι ακόμα περισσότερο: Γιατί να μην είναι η κοινή σύναξη μαθητών και καθηγητών της κάθε διαφορετικής ημέρας μια πρόκληση για κάθε παιδί να προτείνει ένα ποίημα ή μια προσευχή δικής του επιλογής, ή να κάνει μια μικρή προσωπική δήλωση γι’ αυτό που τον ενώνει (ή που τον χωρίζει) με τους συμμαθητές του, με το σχολείο, με την κοινωνία;

Δεν τολμώ βέβαια να προτείνω τον «Ύμνο εις την Ελευθερία» του Διονυσίου Σολωμού. Αυτόν προλάβαμε δυστυχώς να τον μαγαρίσουμε οι Νεοέλληνες κρατικοποιώντας τον. (Εκτός κι αν κάποιο νέο παιδί – μετανάστης προφανώς, γιατί για δικό μας δεν το συζητώ – καταφέρει να τον αναστήσει στην ψυχή του.)

Αυτά είχα να πω. Θέλω να πιστεύω πως τις ώρες τούτες –ώρες χαράς για την καλή συνάδελφο– δεν είμαι μεμψίμοιρος ή «εκτός θέματος». Ήθελα απλώς να δω την αξιέπαινη εκπαιδευτική της πρωτοβουλία σοβαρά, όχι με κλισέ προοδευτικότητας ή συντηρητισμού, αλλά υπό το πρίσμα ενός ειλικρινούς προβληματισμού που τόσον καιρό με απασχολεί και τον κρατούσα σεβόμενος την άδικη και παράλογη ταλαιπωρία που υπέστη.

Και για να το πω έτσι όπως εσείς, του Ιού, υποθέτω θα το καταλάβετε καλύτερα: Έγνοια μου είναι να δούμε πώς η πολιτική σκοπιά των «δικαιωμάτων» και του «αντιρατσισμού» (που είναι συνήθως η σκοπιά του Ιού) μπορεί να συναιρεθεί με την καθολική ανάγκη μαθητών και κοινωνίας για Παιδεία. (Κι όπου τίθεται βέβαια το ερώτημα: Τι είναι Παιδεία;)

Με εκτίμηση και θετική διάθεση

Βασίλης Ξυδιάς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

______________________________________ Αρχειοθήκη αναρτησεων ιστολογίου