Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Αγόρασε τον Παράδεισο

[ Του Σεβ. Φθιώτιδος Νικολάου ]
                Ἀπό ἀναισθησία ψυχῆς ἔπασχε ὁ πλούσιος τοῦ σημε­ρινοῦ Εὐαγ­­γε­λίου. Τό πάθος τοῦ πτωχοῦ Λαζάρου, ὁ ὁποῖος κατέκειτο στόν πυ­λώ­να καταπληγωμένος καί περίμενε τά ψίχουλα γιά νά ἐπιζήσει, δέν διέγειρε κανένα συναίσθημα λύπης. Δέν συνεκινεῖτο καθόλου ἀπό τή θλίψη του. Μέ ἀπάθεια τόν ἔβλεπε ἀπό τούς μεγαλο­πρε­πεῖς ἐξῶστες τοῦ ἀνακτόρου του νά σέρ­νεται καί νά κυλιέται ἀπό τούς πό­νους. Ἡ ἀπανθρωπιά τοῦ εἶχε κλείσει τήν καρδιά. Τόν πλοῦτο θεωροῦσε δικό του κτῆμα καί τόν σπαταλοῦσε γιά τήν θερα­πεία τῆς ἡδονῆς του. Ἀγνώμων καί ἀχάριστος πρός τό Θεό πού τοῦ ἐχάρησε τά πλούτη, δέν ἀνταπέδωσε τήν εὐεργεσία, ἀλλά τά ἐσκόρπισε θεραπεύων τά πάθη καί τίς ἐπιθυμίες του. 
            Ἀγνόησε ὁ ἀνελεήμων πλούσιος, ὅτι ἡ πραγματική ἀπόλαυση βρί­σκεται στήν ἀγάπη τοῦ πλησίον, ὅτι δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη χαρά στήν ψυχή ἀπό τή χαρά πού γεννᾶται ἀπό τήν ἐλεημοσύνη. Ἀγνόησε, ὅτι ἐκεῖνος πού πλουτίζει ἄλ­λους, πλουτίζει αἰώνιο πλοῦτο, ἀδαπά­νη­το, ἀληθινό γιά τόν ἑαυτό του στήν βα­σι­λεία τῶν οὐρανῶν. Δέν σκέ­φθη­­κε ποτέ, ὅτι κάποτε θά ἔδινε λόγο γιά τή δια­χεί­ρηση τοῦ πλού­του του καί ὅτι θά ἐτιμωρεῖτο γιά τήν ἀσπλαχνία καί σκληρο­καρ­δία του.

            Ἡ ἐλεημοσύνη εἶναι χριστομίμητη ἀρετή. Ὁ ἐλεῶν ἀκολουθεῖ τά ἴχνη τοῦ ἐλεήμονος Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος «ἐπτώχευσε δι΄ ἡμᾶς πλού­σι­ος ὤν, ἵνα ἡμεῖς τῇ ἐκεί­νου πτωχείᾳ πλουτήσωμεν». Ἡ ἐλεημοσύνη εἶ­ναι πράξη δικαιοσύνης, γιατί ἀπο­δίδει τά ὀφειλόμενα σ΄ ἐκείνους πού τά ἔχουν ἀνάγκη. Διότι ἐκεῖνος πού ἔχει πολ­λά, τά ἔχει ἀπό τόν Θεό καί εἶναι οἰκο­νό­μος καί διαχειριστής τῶν ἀγαθῶν τοῦ Θεοῦ. Ὅ­σο δίνει τόσο πλουτίζει περισσότερο. Φαινομενικά σκορπίζει, στήν οὐ­­σία ὅμως συνάγει θησαυ­ρούς στόν οὐρανό, ὅπου «οὔτε σής, οὔτε βρῶ­­σις ἀφα­νί­ζει, καί ὅπου κλέ­πται οὐ διορύσσουσιν οὐδέ κλέ­πτου­σι».
            Ὁ Θεός στούς ἐλεήμονες εἶναι ἐλεήμων καί στούς σκληροκάρδους δίκαιος κριτής. Ὁ πλούσιος βρῆκε τήν ἀνάλογη μέ αὐτή πού ἔ­δει­ξε στόν πτωχό συμπε­ρι­φο­ρά ἀπό τόν ἴδιο τό Θεό.
            Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός ὀνομάζει τήν ἐλεημοσύνη «ἀρί­στη τῶν πραγματιῶν», διότι ἀντί ὀλίγων κερδίζουμε τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί ἀντί τῶν προσκαίρων ἀγαθῶν λαμβάνουμε ἀϊδιο δό­ξα. Ὁ ἱερός Χρυσόστομος τήν ὀνο­μά­ζει «τροφή τῆς ψυχῆς» καί λέ­γει, ὅτι ἐκεῖνος πού δουλέυει ἀνυπόκριτα στόν πλη­σίον του, «παντός πά­θους ἐλευθεροῦ­ται καί τῆς θείας ἀγάπης καί γνώσεως μέτοχος κα­θί­σταται». Ἰατροί λοι­πόν τῶν ψυχῶν μας, εὐεργέτες καί προστάτες εἶ­ναι οἱ πτωχοί. Δίνεις ὕλη καί παίρνεις πνεῦμα. Δίνεις φθαρτά καί παίρ­νεις ἄ­φθαρ­τα. Δίνεις ἐπίγεια καί παίρνεις ἐπουράνια. Δίνεις χρή­ματα καί παίρνεις οὐρα­νίους θησαυ­ρούς.
            Σήμερα, ἡ ἐξάσκηση τῆς ἐλεημοσύνης παρουσιάζει μερικές δυ­σκο­λίες. Ἡ ἐπετεία ἔχει γίνει ἐπάγγελμα καί δέν μπορεῖ νά διακρί­νει ὁ χριστιανός τόν ἐπαγ­γελ­ματία ἐπαίτη ἀπό τόν ἔχοντα ἀνάγκη.  Δια­βά­ζουμε στίς ἐφημερίδες, ὅτι στήν τρώγλη ἑνός ζητιάνου ἀνεκά­λυ­­ψαν ἑκα­τομ­μύρια, ὅτι ἄλλος μέ τήν ἐπαιτεία ἔκτι­σε πολυκατοικίες, ὅτι θηριώ­δεις γο­νεῖς προκαλοῦν σωματικές κακώσεις στά παι­διά τους γιά νά τά περι­φέ­ρουν στούς δρόμους καί νά προκαλοῦν τόν οἶ­κτο τῶν ἀνθρώπων. Βλέ­που­με τούς ἐπαῖτες ἔξω ἀπό τούς ναούς καί δέν ξέρουμε ἄν ἔχουν πραγμα­τι­κή ἀνάγκη. Μάλιστα δέ μερικοί ἀπ΄ αὐτούς εἶναι τόσο ἀπαιτητι­κοί, πού μό­νοι τους ἀποκαλύπτουν τά κί­νη­τρα τῆς ἐπαιτείας τους.
            Χωρίς νά δεσμεύουμε τήν ἐλευθερία τῶν πιστῶν νά συμπε­ρι­φέ­ρο­νται σ΄ αὐτές τίς περιπτώσεις κατά συνείδηση, ἔχουμε νά ὑποδεί­ξου­με τήν ἐκκλη­σια­στι­κή ἐλεημοσύνη. Ἡ Ἐκκλησία ἔχει τό φιλό­πτω­χο ταμεῖο μέ τά χρήματα τοῦ ὁποίου ἀντιμετωπίζονται οἱ ἀνάγκες τῶν ἀνα­ξιοπαθούντων ἐνοριτῶν. Ἐλεοῦ­νται ἐκεῖνοι πού ἔχουν πραγματική ἀνάγκη καί τούς ὁποίους ἀνακαλύπτουν οἱ κοινωνικοί λειτουργοί τῆς Ἐκκλησίας ὕστερα ἀπό ἔρευνα καί ἐξέταση. Ἐκεῖ ἡ ἐλεημοσύνη «πιάνει», ὅπως λέει ὁ λαός μας. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἡ ἐλεημοσύνη ἔχει καί ἕνα ἄλλο ἀκόμα πνευματικό κέρδος. Δέν εἶναι ἀτομική, ἀλλά ἐκκλη­σιαστική. Ἐλεεῖς καί δέν φαίνεσαι ἐσύ, φαίνεται ἡ Ἐκκλησία.  Δέν δοξάζεται τό δικό σου ὄνομα, ἀλλά τοῦ Χριστοῦ.
            Ὁ Ἅγιος Νεκτάριος γράφει γιά τήν ἐλεημοσύνη: «Ὅπου ἔ­λεος, δικα­στή­ριον οὐ κάθηταιž ὅπου ἔλεος, οὔκ ἔστιν ἐξέτασιςž ὅπου ἔ­λεος, εὐθύναι οὐκ ἀπαι­τοῦ­νταιž ὅπου ἔλεος, συγχωρεῖται ἡ ἀπο­λο­γία». Ἄς ἐλεοῦμε λοιπόν τούς πτωχούς ἀδελφούς μας μέ ὅποιο τρόπο ἠμπο­ροῦμε, ὄχι μόνο ἐκ τοῦ περισσεύματος, ἀλλά καί ἐκ τοῦ ὕστερή­μα­τός μας. Ὑπάρ­χουν καί σήμερα στήν κοι­νω­νία μας Λάζαροι πολλοί.


Διδαχή τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου μας κ. Νικολάου
(Κυριακή Ε΄Λουκά - Λουκ. ιστ΄ 19-31)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

______________________________________ Αρχειοθήκη αναρτησεων ιστολογίου