Σάββατο, 21 Ιουλίου 2012

Το Μυστήριο του Βαπτίσματος


α. Το νόημα του Μυστηρίου

Ή λέξη βάπτισμα σημαίνει τη βύθιση ενός αντικειμένου ολόκληρου μέσα στο νερό. και επειδή τα έμψυχα όντα μέσα στο νερό πνίγονται και επέρχεται ό θάνατος, γι' αυτό στη βάπτιση χρειάζεται έγκαιρη επέμβαση στο βυθισμένο άνθρωπο πρίν πνιγεί.
 
Ό «ναυαγοσώστης» του ανθρώπου είναι ό Θεάνθρωπο: Χριστός, ό όποιος μας έσωσε με το σταυρικό Του θάνατο (τη βύθιση Του στην «άβυσσο» του αδη, οπού βρισκόταν ό άνθρωπος) και την Ανάσταση Του (με την οποία ανέσυρε αναστημένο και τον άνθρωπο). Κατά τον ίδιο τρόπο συμμετέχοντες και εμείς, στο θάνατο και την Ανάσταση Του, υφιστάμεθα την τριπλή κατάδυση στη βάπτιση (τριήμερος ταφή) και ακολουθεί ή ανάδυση και ή ανάσταση μας, ή νέκρωση του παλαιού ανθρώπου ή αναγεννημένη πνευματικά καινή ζωή δια του Αγίου Πνεύματος και ή πολιτογράφηση μας στον ουρανό μεταξύ των ζώντων (Ίω. γ', 4-7. Ρωμ. στ', 3-9. έβρ. ιβ', 23).
 
Ή σωτηρία μας λοιπόν από το θάνατο της αμαρτίας είναι το αληθινό και πραγματικό νόημα του Μυστηρίου.


β. Ή σύσταση του Μυστηρίου

Το μυστήριο του Βαπτίσματος προεικονίστηκε και στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη.  Ό Κύριος επίσης συνομιλώντας με το Φαρισαίο Νικόδημο του είπε: «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος ου δύναται εισελθείν είς την βασιλείαν του Θεού» (Ίω. γ', 5). Ή ίδρυση όμως και ή παράδοση του Μυστηρίου έγινε μετά την Ανάσταση, όταν είπε στους Αποστόλους Του: «Πορευθέντες μαθήτευσα τε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς είς το όνομα του Πα τρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. κη 19). Ό ίδιος ό Κύριος μίλησε και για την αναγκαιότητα του Βαπτίσματος με το παρά πάνω «ου δύναται εισελθείν.>> και με το «ό πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται, ό δε απι στήσας κατακριθήσεται» (Μαρκ. ιστ', 16).

Έκτοτε αυτή είναι ή πράξη των Αποστόλων και των διαδόχων τους' ή «κατήχηση» και το «Βάπτισμα», με το όποιο οποιοσδήποτε εισέρχεται στην Εκκλησία Του, στην Κιβωτό της σωτηρίας.


γ. Τα αισθητά σημεία του Μυστηρίου

Τρία είναι τα αισθητά σημεία πού βλέπουμε και ακούμε (1) Το νερό, (2) Ή τριπλή κατάδυση και ανάδυση του βαπτιζομένου και (3) Τα λόγια του Ιερέα: «Βαπτίζεται ό δούλος του Θεού... εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».


δ. Ή ειδική χάρη του Μυστηρίου

Με το άγιο Βάπτισμα μεταδίδεται στο βαπτιζόμενο:
 
    (1) Ή άφεση όλων των αμαρτιών, δηλ. ή απαλλαγή από το μολυσμό του προπατορικού αμαρτήματος καί, όταν ό βαπτιζόμενος είναι μεγάλης ηλικίας, των προσωπικών αμαρτιών. Γι' αυτό μετά το Βάπτισμα, ανεξαρτήτως προηγουμένης ζωής μπορεί ό αναγεννημένος χριστιανός και να ιερωθεί.
 
    (2) Ή αναγέννηση, ή δικαίωση, ή υιοθεσία και ή δυνατότητα σωτηρίας. Ό βαπτισμένος έχει επανέλθει στην προπτωτική κατάσταση του «κατ' εικόνα και καθ' όμοίωσιν», εκτός της ροπής προς το κακό, το οποίο όμως υπερνικάται (όταν κανείς ζει και αγωνίζεται εντός της Εκκλησίας) και του φυσικού θανάτου, ό οποίος όμως δεν έχει άλλες συνέπειες, έφ' όσον πλέον ό άνθρωπος μεταβαίνει με αυτόν τον φυσικό θάνατο στη ζωή (την αιώνιο). Ή βάση της άγιότητας τέθηκε. Υπολείπεται ή ενεργός, ή προσωπική συμμετοχή του καθενός, για να γίνει «κατά χάριν Θεός».

  
ε. Οι προϋποθέσεις του Βαπτίσματος

Σύμφωνα με τους λόγους του Κυρίου (Μαρκ. ιστ', 16), προυπόθεση του βαπτίσματος είναι ή πίστη μας στο πρόσωπο του Χριστού, χωρίς να την ανταλλάσσουμε ούτε με χρήματα, ούτε με φιλίες, ούτε και μ' αυτή τη ζωή μας, όπως έκαναν οι Μάρτυρες της Εκκλησίας.
 
Ή πίστη αυτή περιλαμβάνει κυρίως τρία σημεία:
 
    (1) Την απόταξη του Σατανά, την απομάκρυνση του πιστού από κάθε τι το σατανικό. Σ' αυτό συντελεί και ό εξορκισμός του Σατανά πού γίνεται πρίν από τη Βάπτιση.
 
    (2) Τη σύνταξη του πιστού με τον Χριστό. Τη στροφή δηλαδή της σκέψεως, των πράξεων, της αγάπης και ολόκληρης της ζωής προς τον Χριστό.
 
    (3) Την προσκύνηση και τη λατρεία του Χριστού.


στ. Ή προσωπική συμμετοχή στο Βάπτισμα.

Τα Μυστήρια δεν είναι δυνατόν να κατανοηθούν λογικά, αλλά κατανοούνται βιωματικά οι ενέργειες του Θεού πού απορρέουν από κάθε Μυστήριο. Ή γνώση του Μυστηρίου δεν εξαρτάται από τη διανοητική ικανότητα του άνθρωπου, αλλά από την αγάπη του Θεού. «Δεν Τον έζητήσαμε, αλλά μας έζήτησε» λέγει ό Αγιος Καβάσιλας και συνεχίζει «το πρόβατο δεν έζήτησε τον ποιμένα, αλλά ό ποιμήν το πρόβατο». Όλα προέρχονται από τον Θεό. Αυτό γίνεται και με το μικρό παιδί πού βαπτίζεται, το οποίο μάλιστα δεν προβάλλει συνειδητή αντίδραση στη χάρη του Θεού. Ή συνειδητή, βέβαια, συμμετοχή του μικρού παιδιού και ή αντιληπτική του ικανότητα είναι μικρότερη ή μηδαμινή, Αλλά αυτό δεν έχει σημασία και γιατί ή πρωτοβουλία ανήκει στον Θεό και γιατί και μεγάλο να ήταν το παιδί ή άνδρα: ή αντιληπτική του ικανότητα και πάλι θα βρισκόταν σε πλήρη δυσαναλογία σχετικά με το ακατανόητο και άρρητο αποτέλεσμα του ιερού Μυστηρίου.
 
Αυτοί είναι οι λόγοι για τους οποίους ή Όρθ. Έκκλησία βαπτίζει νήπια και πιστεύει ότι αύτη είναι ή ορθή πρα ξη και αυτό είναι το θέλημα του Χριστού (Ματθ. ιθ', 14-15).


ζ. Ό Νηπιοβαπτισμός

Στήν αρχαία Εκκλησία οι άνθρωποι βαπτίζονταν σε ό ποια ηλικία προσέρχονταν στην πίστη. Αυτό όμως δεν ση μαίνει ότι δε βαπτίζονταν νήπια. Οταν οι γονείς πίστευαν στον αληθινό Θεό, ολόκληρη ή οικογένεια βαπτιζόταν άρα και τα νήπια. Ήταν αδιανόητο ή Εκκλησία να απέκλειε τα νήπια από τη σωτηρία, έφ' όσον ό Χριστός τα έκάλεσε και τα ευλόγησε (Ματθ. ιθ', 14-15). Ό Αγιος Ειρηναίος (150 μ.Χ.) μαρτυρεί ότι ό νήπιοβαπτισμός ήταν συνηθισμένη πράξη της Εκκλησίας, ενώ ό "Αγιος Κυπριανός (250 μ.Χ.) παρατηρεί ότι τα παιδιά πρέπει να αξιούνται της χάριτος του Βαπτίσματος. Το ίδιο προσθέτει και ό "Αγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος, ότι τα παιδιά πρέπει να βαπτίζονται σε νηπιακή ηλικία.
 
Σέ περίπτωση κινδύνου ενός αβαπτίστου, ή Εκκλησία αναγνωρίζει το «αεροβάπτισμα», το όποιο μπορεί να τελέσει οποιοσδήποτε ορθόδοξος. Σ' αυτή την περίπτωση υψώνουμε τρεις φορές το παιδί - βρέφος λέγοντας: Βαπτίζεται ό δούλος του Θεού... είς το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Εάν το παιδί επιζήσει, το Βάπτισμα τελείται κανονικά από Ιερέα.
 
Τα νήπια πού πεθαίνουν αβάπτιστα, μερικοί Πατέρες υποστηρίζουν ότι θα βρίσκονται σε «μέση κατάσταση» ούτε θα δοξάζονται, ούτε θα κολάζονται. Ή Άγία Γραφή δε σημειώνει τίποτε σχετικό, γι' αυτό ή πλήρης αποκάλυψη του προβλήματος μας επιφυλάσσεται στην άλλη ζωή.


Του πρ. Γεωργ. Κουγιουμτζόγλου



Βάπτισμα
Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά
Ανδρέα Θεοδώρου,
εκδ. Αποστολικής Διακονίας, 
1997, σελ. 156-161


Γιατί βαπτιζόμαστε στο όνομα της Αγίας Τριάδος;

Για ν' αποβάλουμε το χιτώνα της φθοράς και να ντυθούμε τη δόξα του Χριστού. Με το χιτώνα της φθοράς μας έντυσε με την παράβαση του ο Προπάτορας, που μας κληροδότησε μια φύση χαλασμένη, στην οποία μπαίνουμε όλοι ανεξαίρετα οι άνθρωποι με τη φυσική μας γέννηση. Η φύση αυτή της φθοράς εμποδίζει την είσοδο στη Βασιλεία του Θεού. Πρέπει οπωσδήποτε ν' αφανισθεί και αυτό πετυχαίνεται στο ιερό βάπτισμα (Ιωαν. 3,3). Παράλληλα πρέπει να ντυθούμε το Χριστό («Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε Χριστόν ενεδύσασθε» ψάλλει η Εκκλησία μας), να αναγεννηθούμε, να γίνουμε μία νέα πνευματική ύπαρξη και ζωή.

Το βάπτισμα, λοιπόν, είναι η τελετή εκείνη που ίδρυσε ο Χριστός, κατά την οποία ο άνθρωπος, βαπτιζόμενος σε αγιασμένο νερό με τριττή κατάδυση και ανάδυση στο όνομα της αγίας και ζωοποιού Τριάδος, αφ ' ενός μεν αποβάλλει την παλαιά φύση της αμαρτίας (το προπατορικό αμάρτημα), αφ' έτερου δε άναγεννάται σε μια καινούργια ένθεη ύπαρξη, φυτεμένη στη χάρη του Θεού.

Το βάπτισμα είναι κορυφαίο μυστήριο. Ονομάζεται «κυριακό», γιατί στη Γραφή υπάρχει ρητή πληροφόρηση για την άμεση σύσταση του από τον Κύριο (Ματθ. 28,19). Δια του βαπτίσματος ο άνθρωπος φυτεύεται μυστικά στο άχραντο σώμα του Χριστού, γίνεται επίσημα μέλος της Εκκλησίας και έχει το δικαίωμα συμμετοχής του και στα υπόλοιπα εκκλησιαστικά μυστήρια.


Αφού δια του βαπτίσματος καταργείται το σώμα της αμαρτίας, γιατί εξακολουθεί να αμαρτάνει μετά ταύτα ο άνθρωπος;

Δύσκολο το ερώτημα. Φυσικά και μετά την εκρίζωση της αμαρτίας δια του βαπτίσματος ο άνθρωπος δεν παύει να είναι λογικός και ελεύθερος. Όπως δε ο πρωτόπλαστος, αν και πλασθείς καθαρός από την αμαρτία, όμως έπεσε σ ! αυτή κάνοντας κατάχρηση της λογικής του ελευθερίας, έτσι κι ο βαπτισθείς, καίτοι ολοκάθαρος μετά το λουτρό της παλιγγενεσίας, μπορεί να αμαρτήσει ως προσωπικότητα λογική και ελεύθερη. Βέβαια εδώ δεν πρόκειται απλώς για τη δυνατότητα της αμαρτίας, που έγκειται σε κάθε λογική φύση, αλλά περί ροπής προς την αμαρτία, περί φρονήματος σαρκικού (concupiscentia = επιθυμητικό), που είναι άπορο πως παραμένει, μια και η ρίζα του (η φθαρμένη φύση) έχει καταργηθεί από το βαπτισθέντα. Πραγματικά έχουμε δογματικό πρόβλημα.

Να μην εκριζώνεται άραγε σε όλη της την έκταση η αμαρτία από τη φύση του βαπτισθέντος και να εξακολουθούν να παραμένουν εισέτι λείψανα της σ' αύτη; Μια απάντηση μπορεί να είναι η ακόλουθη. Το αμαρτητικό εξακολουθεί να παραμένει στη φύση του αναγεννηθέντος κατά παραχώρηση και παιδαγωγία Θεού. Ο Θεός δηλαδή επιτρέπει την παρουσία του, για να έχει ο βαπτισθείς ένα κίνητρο πνευματικών αγώνων, ώστε να κερδίζει κι αυτός, κατά κάποιο τρόπο, τη σωτηρία του, συνεργαζόμενος με τη χάρη του Θεού. Έτσι εκείνος που με ολιγωρία φέρεται προς την αμαρτητική ορμή, είναι ενδεχόμενο, αμαρτάνοντας βαριά, να χάσει τη δικαίωση που έλαβε δια του βαπτίσματος, και στο τέλος να χάσει την ψυχή του. Ενώ άλλος, καταγωνιζόμενος με τη χάρη τοϋ Θεσϋ το έπιθυμητικό, μπορεί να προαχθεί πνευματικώς και να κερδίσει την αιώνια ζωή. Στην πράξη διαπιστούται σαφώς το διττό αυτό ενδεχόμενο. Όλοι οι βαπτιζόμενοι δεν είναι το ίδιο. ’λλοι αναδεικνύονται άξιοι της υψηλής κλήσεως και άλλοι όχι (Ματθ. 20,16).


Αφού ο Κύριος είπε «ο πιστεύσας και βαπτισθείς σωθήσεται» (Μαρκ. 16,16), γιατί εμείς βαπτίζουμε τα νήπια, τα όποια δεν μπορούν να πιστεύουν;

Είναι αλήθεια ότι ο Κύριος προέταξε του βαπτίσματος την πίστη. Ο άνθρωπος προτού δεχθεί το βάπτισμα πρέπει να πιστέψει στο Χριστό, να γνωρίσει τη θεία αλήθεια, να ποθήσει τη σωτηρία του και ακολούθως να βαπτισθεί.

Αυτή είναι η κανονική σειρά και δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το βάπτισμα ενηλίκων, που γίνεται κατόπιν πίστεως στο Σωτήρα, είναι προτιμότερο. Έτσι γινόταν στην αρχαία Εκκλησία.

Ο νηπιοβαπτισμός εισήχθη πολύ νωρίς στην πράξη της αρχαίας Εκκλησίας. Εισήχθη για ν' αντιμετωπίσει μια επείγουσα ανάγκη στη ζωή του πληρώματος της Εκκλησίας, ένα σοβαρό κίνδυνο, το ενδεχόμενο να πεθάνει κανείς αβάπτιστος, οπότε κωλύεται να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών. Το κώλυμα, όπως είπαμε, είναι η παρουσία στην ψυχή του προπατορικού αμαρτήματος. Τα νήπια βέβαια δεν έχουν τη δυνατότητα να πιστέψουν. Αυτό όμως δεν αποτελεί απροχρώντα λόγο, ώστε να μη μπορούν να δεχθούν τη βαπτισματική χάρη. Είναι βασικό αξίωμα στη θεολογία ότι η θεία χάρη ενεργεί λυτρωτικά, εκεί όπου δεν υπάρχει η αμαρτία, η οποία είναι ο μόνος παράγων που αναστέλλει και ματαιώνει τη λυτρωτική της ενέργεια. Στα νήπια όμως το στοιχείο της προσωπικής αμαρτίας απουσιάζει. Συνεπώς η θεία χάρη μπορεί να επιδράσει ευεργετικά στην τρυφερή καρδιά τους, καταλύοντας από τη φύση τους το σώμα του προπατορικού αμαρτήματος. ’λλωστε την έλλειψη προσωπικής τοποθετήσεως των νηπίων έναντι της πίστεως και του λόγου τοϋ Θεού, αναλαμβάνει την υποχρέωση ν' αναπληρώσει εν καιρώ σ' αυτά ο ανάδοχος, βοηθούμενος από τους γονείς του παιδιού και την Εκκλησία.

Μερικοί ρωτούν γιατί με βάπτισαν, χωρίς κανένας να με ρωτήσει, αν ήθελα να βαπτισθώ και να γίνω χριστιανός; (αυτό είναι συνηθισμένο ερώτημα των Μαρτύρων του Ιεχωβά). Το ερώτημα είναι σχήμα οξύμωρο. Πως μπορείς να ρωτηθείς, αφού δεν έχεις τη δυνατότητα να κατανοήσεις και να απαντήσεις; Το βάπτισμα το κάνουμε στα νήπια για το καλό τους, για να τα προφυλάξουμε από έναν μέγιστο κίνδυνο. Το ίδιο άλλωστε δεν κάνουμε στα μικρά παιδιά, όταν τα εμβολιάζουμε; Ζητάμε προηγουμένως τη συγκατάθεση τους;


Τι είναι το βάπτισμα ανάγκης;

Είναι το βάπτισμα το οποίο τελείται εκτάκτως σε αβάπτιστα νήπια, τα οποία απειλεί ο θάνατος, και δεν υπάρχει η δυνατότητα να γίνει στην Εκκλησία από κανονικό ιερέα.

Το παιδί που κινδυνεύει μπορεί να το βαπτίσει λαϊκός, άντρας ή γυναίκα -πάντα ορθόδοξος- στο όνομα της αγίας Τριάδος και σε ζων ύδωρ (τρεχούμενο νερό). Αν δεν υπάρχει πρόχειρα νερό, μπορεί να το βαπτίσει και στον αέρα: «βαπτίζεται ο δούλος (ή η δούλη) του Θεού.., τάδε (θα λεχθεί το όνομα) εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του αγίου Πνεύματος. Αμήν» (τρεις φορές).

Το βάπτισμα αυτό είναι κανονικό. Αν επιζήσει το νήπιο, δεν επαναλαμβάνεται το βάπτισμα. Το πηγαίνουν οι, γονείς του στο ναό, όπου ο ιερέας διαβάζει μονάχα τις ευχές, που δεν ήταν δυνατό να διαβασθούν κατά το βάπτισμα ανάγκης, χωρίς όμως να γίνει βάπτιση, με τριττή κατάδυση και ανάδυση.

Το βάπτισμα ανάγκης εντάσσεται γενικά στο σκεπτικό του νηπιοβαπτισμού. Κύριος σκοπός του είναι να μην πεθάνει το νήπιο αβάπτιστο, με συνέπεια να στερηθεί τη Βασιλεία του Θεού.

Τι γίνεται όμως ένα αβάπτιστο νήπιο που πεθαίνει αιφνίδια, μόνο ο Θεός γνωρίζει. Διότι υπάρχει μεν το προπατορικό αμάρτημα, δεν υπάρχουν όμως παράλληλα και προσωπικές αμαρτίες. Να βρίσκεται σε μια ουδέτερη κατάσταση μεταξύ Παραδείσου και κολάσεως (βλ. διάφορες εκδοχές : Χρ. Ανδρούτσου, Δογματικά, 1907, σελ. 328);


Είναι σωστό το δι' επιχύσεως ή ραντισμού βάπτισμα;

Στην αρχαία Εκκλησία το βάπτισμα αυτό ήταν επίσης βάπτισμα ανάγκης. Γινόταν σε ασθενείς που ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι και δεν μπορούσαν να μετακινηθούν και να κατέβουν στην κολυμβήθρα να βαπτισθούν. Λεγόταν και βάπτισμα των «κλινικών» (αυτών που ήταν κλινήρεις).

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το βάπτισμα αυτό της ανάγκης που ήταν έκτακτο γεγονός στη ζωή της αρχαίας Εκκλησίας, το ανύψωσε σε κανονικό της θεσμό από τον 14ον αιώνα. Δε βαπτίζει σε κολυμβήθρα, αλλά ραντίζει την κεφαλή του βαπτιζόμενου με νερό. Το κάνει για πρακτικούς κυρίως λόγους. Τα επιχειρήματα όμως που προσάγει

(η πιθανή κάκωση της υγείας των τρυφερών νηπίων, το γήρας ενδεχομένως των κληρικών, ψυχρές κλιματολογικές συνθήκες κ.α.) δεν είναι πειστικά, ιδίως μετά τη ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη της εποχής μας.

Η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία, ακολουθούσα την πράξη της αρχαίας Εκκλησίας (αυτό μαρτυρούν τα σωζόμενα βαπτιστήρια, κτίσματα ιδιαίτερα με κολυμβήθρα, όπου γίνονταν οι βαπτίσεις), βαπτίζει τα νήπια. ’λλωστε η λέξη «βάπτισμα», σημαίνει εμβύθιση σε νερό. Την καινοτομία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας αποδοκιμάζει.


Πότε ένα βάπτισμα είναι κανονικό;

α. Όταν γίνεται από κανονικά χειροτονημένο Ιερέα στο έδαφος της Εκκλησίας. Τη δυνατότητα τελέσεως κανονικού βαπτίσματος έχουν χάσει οι αιρετικοί και οι σχισματικοί. Οι άνθρωποι αυτοί δεν ανήκουν στο σώμα της Εκκλησίας. Μοιάζουν με τα κλαδιά που κόπηκαν από το δέντρο και ξεράθηκαν. Έτσι κι αυτοί δεν έχουν μέσα τους ζωή, την οποία φυσικά δεν μπορούν να μεταδώσουν σε άλλους. Είναι πνευματικά νεκροί.

β. Όταν γίνεται στο όνομα της αγίας και ζωοποιού Τριάδος. Ο όρος αυτός είναι απαράβατος για την κανονικότητα και εγκυρότητα του μυστηρίου. Το βάπτισμα «εις Χριστόν» («όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε») δεν αντικαθιστά το βάπτισμα στο όνομα της αγίας Τριάδος. Σημαίνει απλώς το βάπτισμα στην πίστη του Χριστού, στο λυτρωτικό έργο Του, με το οποίο σώζονται οι πιστοί.

γ. Όταν γίνεται κατά την τυπική ακολουθία της Εκκλησίας.

Το βάπτισμα οι Προτεστάντες το δέχονται, παρά την άλλη απέχθεια που τρέφουν προς τα εκκλησιαστικά μυστήρια (αποτελούν εξωτερικά στοιχεία της Εκκλησίας, ενώ αυτοί δέχονται μόνο την αόρατη Εκκλησία), μη τολμώντες να έλθουν σε κατάφωρη αντίθεση προς τη μαρτυρία της αγίας Γραφής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

______________________________________ Αρχειοθήκη αναρτησεων ιστολογίου