Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

ΠΕΡΙ ΤΗΣ "ΠΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ" ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ (με αφορμή Εγκύκλιο του Σεβ. Πειραιώς Σεραφείμ)



Υπόρρητη έκκληση ορισμού του πολυθρύλητου Οικουμενισμού 
Του θεολόγου - φιλολόγου Κώστα Νούση
Η φετινή ποιμαντορική εγκύκλιος του Μητροπολίτου Πειραιώς επ’ αφορμή της ημέρας της Κυριακής της Ορθοδοξίας πόρρω απέχει της πρόσφατης καθ’ υπέρβασιν λειτουργικής ανάγνωσης πρόσθετων αναθεμάτων από άμβωνος υπό του ιδίου. Ο Σεβασμιώτατος, κινούμενος ήδη σε έναν δρόμο μιας πλέον - ευχάριστης για πολλούς και αισιόδοξης προοπτικής, τον οποίον ων τίμιος θα ακολουθεί περισσότερο στο εξής βλέποντας το ακατάστατον των ποικιλώνυμων φονταμενταλιστών, που τη μια μέρα τον λιβανίζουν και την επόμενη τον καθυβρίζουν, ως επισυνέβη τώρα τελευταία – νηφάλιας προσέγγισης των θεολογικών και εκκλησιαστικών πραγμάτων, εξέδωσε τη σχετική εγκύκλιο αναφερόμενος στο θέμα του Οικουμενισμού, τον οποίο χαρακτηρίζει ως «παναίρεση» και τη μεγαλύτερη αίρεση της εποχής μας, ακολουθώντας μια συγκεκριμένη βιβλιογραφία την οποία και παραθέτει. 
Αν και προσωπικά δεν είμαι ιδιαίτερα ευχαριστημένος με τον τρόπο ανάπτυξης του εν λόγω θέματος και δη με τη συγκεκριμένη βιβλιογραφική – επιστημονική του κάλυψη, θα έλεγα ότι σε γενικές γραμμές είναι ένα κείμενο δομημένο πάνω σε μια σταθερή βάση και ακολουθεί μια συνεπή γραμμή και στοχοθεσία απ’ αρχής μέχρι τέλος. Ωστόσο, θα ήθελα να σταθώ σε τρία σημεία. 
Το πρώτο: «ὑπάρχει ἕνα προκαθορισμένο σχέδιο ἑνώσεως, πού ὁδηγεῖ στήν διαμυστηριακή κοινωνία (intercommunio) πασῶν τῶν αἱρέσεων καί τῶν θρησκειῶν, στήν ἐπιβολή τῆς πανθρησκείας καί τό ὁποῖο ἀποτελεῖται ἀπό τρεῖς φάσεις. Ἡ πρώτη φάση τοῦ σχεδίου ἑνώσεως εἶναι ἡ ἕνωση ὅλων τῶν χριστιανικῶν ὁμολογιῶν, δηλ. ὁ διαχριστιανικός οἰκουμενισμός. Ἡ δεύτερη φάση εἶναι ἡ ἕνωση ὅλων τῶν θρησκειῶν, δηλ. ὁ διαθρησκειακός οἰκουμενισμός καί ἡ τρίτη φάση εἶναι ἡ ἕνωση ὅλων τῶν ὁμολογιῶν καί τῶν θρησκειῶν, δηλ. ἡ ἐπιβολή τῆς πανθρησκείας, μέ ἀρχηγό τόν αἱρεσιάρχη Πάπα τῆς Ρώμης, ὁ ὁποῖος θά παραδώσει τήν παγκόσμια ἐξουσία στόν Ἀντίχριστο». Θα ήθελα να ερωτήσω αν πρόκειται για τεκμηριωμένη θεολογική διακοίνωση - διαπίστωση ή αυθαίρετη προφητική εξαγγελία. Φοβάμαι ότι είναι ειλημμένο μέσα από τη βιβλιογραφία που χρησιμοποίησε, που κινείται μάλλον στον χώρο της «λαϊκής και χρηστικής» ευσέβειας παρά σε εκείνον της αμιγώς θεολογικής (επιστημονικώς και πατερικώς). Ιδιαίτερα εν προκειμένω αξιοπρόσεχτη είναι η κατάληξη για την ένωση των πάντων υπό τον πάπα Ρώμης και την αυτοπαράδοση εκείνου στον αντίχριστο. Τέτοιες προρρητικού, μάλλον όμως ανεπέρειστου χαρακτήρα ανακοινώσεις, ίσως δεν αποτελούν τόσο σοβαρό πρόβλημα, όσο επανατοποθετούν στο τραπέζι το θέμα της επιτακτικής ανάγκης μιας θεολογικότερης εκφοράς του ποιμαντικού λόγου της Εκκλησίας στα χρόνια της μετανεωτερικότητας, στα οποία δεν μπορούν ουσιωδώς να «σταθούν» ευπρεπώς πλέον τέτοιου είδους πληροφορίες και συμπεράσματα. 
Το δεύτερο σημείο έχει σχέση με τον ρωμαιοκαθολικισμό ως περί δεύτερου πνεύμονος της Εκκλησίας. Δεν θέλω να σχολιάσω ότι εδώ ακριβώς υποκρύπτεται έμμεση βολή σε συγκεκριμένα εκκλησιαστικά πρόσωπα, κάτι βέβαια που δεν είναι αυτοδικαίως μεμπτό, εφόσον πρόκειται για θεολογική διαφωνία που γίνεται εν αγαπητικώ διαλόγω και τεκμηριωμένη βασάνω και ευπρεπεία. Όμως το τελευταίο ακυρώνεται ευθύς αμέσως, όταν οι φορείς τέτοιων θέσεων βαπτίζονται αυτόχρημα «οικουμενιστές». Αλλά και δεν κατανοώ επίσης γιατί θα έπρεπε να φοβόμαστε τέτοιες φράσεις με αρκετή δόση ιστορικής και θεολογικής αληθείας. Ας μην ξεχνάμε πως και εμείς πλέον ανήκουμε στη Δύση και διαλεγόμαστε με αυτήν όχι ως με αλλοθρήσκους, αλλά πάνω στη βάση της αρχέγονης κοινής μας χριστιανικής παράδοσης και με την προοπτική ενός μέλλοντος συμπόρευσης, εκτός και θέλουμε να στρουθοκαμηλίσουμε ή να ακολουθήσουμε την ατραπό μιας αυτοαπομονωτικής ουτοπίας, κάτι εξάλλου που θεωρώ αδύνατο, διότι και να το επιθυμούσαμε, απλούστατα δεν θα μας το επέτρεπαν πολλοί παράγοντες. 
Το τρίτο σημείο είναι το εξής: «ἡ μεταπατερική ἤ νεοπατερική αἵρεση κάνει λόγο γιά τήν ὑπέρβαση, τό ξεπέρασμα, τήν περιθωριοποίηση τοῦ συνόλου τῶν ἁγίων Πατέρων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τήν ἀντικατάστασή τους ἀπό τούς σημερινούς, συγχρόνους δῆθεν «νέους πατέρες», τούς μεταπατερικούς οἰκουμενιστές». Η γενικευτική και αφοριστική επιθετική τούτη χρήση του περιεχομένου μιας καινοφανούς αίρεσης, που οριοθετείται κατ’ εμέ μάλλον αυθαίρετα, βεβιασμένα και πρόχειρα, περισσότερο συγχέει τα θεολογικά μας πράγματα παρά τα θεραπεύει, εφόσον τοιουτοτρόπως γενόμενη τραυματίζει και θίγει συγκεκριμένα πρόσωπα, στα οποία προσάπτεται ως ρετσινιά κακοδοξίας. Πρόκειται σαφέστατα για βαριές κατηγορίες, όπως είναι κυρίως η περιθωριοποίηση του συνόλου των αγίων Πατέρων και η αντικατάστασή τους από «νεοπατέρες οικουμενιστές», οι οποίοι αναφέρονται συνθηματικά και δεν προσδιορίζονται ούτε ονοματίζονται, αφήνοντας ποικίλα κενά και απορίες σε όλους μας. 
Σε κάθε περίπτωση, όμως, το κείμενο είναι μια συμπυκνωμένη παράθεση θεολογικών – εκκλησιολογικών επίκαιρων ζητημάτων για τα οποία δεν έχει ξεκινήσει, ως θα όφειλε, ένας αξιόλογος και νηφάλιος, ώριμος πλέον και επιβεβλημένος, διάλογος. Και εδώ κατ’ εμέ έγκειται περισσότερο η αξία της ποιμαντορικής αυτής εγκυκλίου. Ο Σεβασμιώτατος προσπαθεί όχι τόσο να προστατέψει το ποίμνιό του, το οποίο εξάπαντος δεν κινδυνεύει να μολυνθεί από τον οικουμενισμό τη στιγμή τούτη, όσο να εκπέμψει μια εναγώνια, πλην υποφώσκουσα, κλήση για θεολογικό διάλογο και διασάφηση εκκρεμών σχετικών ζητημάτων. Διότι, εφόσον θέλουμε να είμεθα άπαντες εν Πνεύματι δίκαιοι, αν ισχύουν έστω και επ’ ελάχιστον ορισμένες από τις ενστάσεις του Επισκόπου μέσα στις συνειδήσεις, πρακτικές και προοπτικές ορισμένων μελών (κυρίως ποιμένων) της Εκκλησίας, τότε οπωσδήποτε έχουμε πρόβλημα και χρήζει ταχείας θεραπείας. 
Κ.Ν. 
12/3/2013
ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

______________________________________ Αρχειοθήκη αναρτησεων ιστολογίου